Κυριακή 12 Οκτωβρίου 2014

Η Κομισιόν απέρριψε την πρόταση που είχαν υποβάλει 250 ευρωπαϊκές κοινωνικές και άλλες οργανώσεις, ινστιτούτα και κόμματα για να τεθεί υπόψη των πολιτών, με την επίσημη διαδικασία της «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών», το θέμα της «Διατλαντικής Συμφωνίας Εμπορίου και Επενδύσεων», γνωστής και ως ΤΤΙΡ. Αυτή η ευρεία συμμαχία δεν έμεινε παθητική, αποφάσισε να αναλάβει μια «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών» από τα κάτω, ώστε να εκφράσουν οι ευρωπαίοι πολίτες την άποψή τους για την πολύ σημαντική αυτή διαδικασία που ξεπερνάει το πλαίσιο μιας απλής εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ (TTIP) αλλά και ΕΕ και Καναδά (CETA-ComprehensiveEconomicandTradeAgreement). Οι φορείς που στηρίζουν την καμπάνια αυξήθηκαν και ήδη ξεπερνούν τους 350 (μεταξύ αυτών, από Ελλάδα οι «ΠΡΑΣΙΝΟΙ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ», η Κίνηση 136 καθώς και το κόμμα Πειρατών Ελλάδας) http://stop-ttip.org/wp-content/uploads/2014/09/ECI-Partner-List_0917.pdf

Hανταπόκριση των πολιτών είναι εντυπωσιακή. Μέσα σε λιγότερο από 4 μέρες από την έναρξη της ηλεκτρονικής καμπάνιας συγκεντρώθηκαν πάνω από 400.000 υπογραφές στην ηλεκτρονική πλατφόρμα http://stop-ttip.org/.  Κάθε μέρα προστίθενται 100.000 νέες υπογραφές και ο στόχος είναι να μην συγκεντρωθούν απλώς 1.000.000 υπογραφές αλλά πολλά εκατομμύρια. Η μεγάλη συμμετοχή δείχνει ότι στις περισσότερες χώρες οι πολίτες είναι ενημερωμένοι κι ανησυχούν. Στο πλαίσιο της καμπάνιας, το Σάββατο 11 Οκτωβρίου σε όλη την Ευρώπη (στην  Αθήνα στην πλατεία Συντάγματος στις 12.00) αλλά και στις ΗΠΑ χιλιάδες πολίτες κινητοποιούνται για να σταματήσει η επικίνδυνη αυτή συμφωνία.

Οι οργανώσεις, φορείς και κόμματα που υποστηρίζουν την «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών STOPTTIP» επικεντρώνουν την κριτική τους στην έλλειψη διαφάνειας στις συνομιλίες, στην απουσία δημοκρατικής συμμετοχής στις διαπραγματεύσεις και στην προσπάθεια να υιοθετηθούν προδιαγραφές που θα περιορίσουν τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, την περιβαλλοντική προστασία και τα δικαιώματα των καταναλωτών. 

Η συμφωνία αυτή ήταν μεταξύ των κεντρικών θεμάτων που έθεσαν οι ευρωβουλευτές  κατά τις ακροάσεις τόσο του Γιουνκέρ όσο και των υποψήφιων Επιτρόπων (ιδιαίτερα του Timmermansπου θα έχει βασική ευθύνη για τις διαπραγματεύσεις εφόσον γίνει επίτροπος). Τόσο ο Γιουνκέρ όσο και ο Τimmermansαναγκάστηκαν να παραδεχτούν – κάτω από την πίεση των ευρωβουλευτών, ιδιαίτερα των Πράσινων – ότι πρέπει να υπάρξει διαφάνεια και πλήρης ενημέρωση για τις συζητήσεις που διεξάγονται και να μην ισχύει ο μέχρι τώρα αποκλεισμός τόσο των πολιτών όσο και των ευρωβουλευτών από τις διαπραγματεύσεις αλλά ακόμα και από την στοιχειώδη ενημέρωση. Μάλιστα οι δύο αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών απορρίφθηκε στη βάση στενών νομικών ερμηνειών αν και η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων έχει πολύ ευρεία πολιτική σημασία και οι πολίτες πρέπει να είναι ενημερωμένοι.

Πολλοί ευρωβουλευτές στο προηγούμενο ευρωκοινοβούλιο είχαν οργιστεί από την έλλειψη διαφάνειας στις σχετικές διαπραγματεύσεις και για την περιορισμένη ενημέρωση που υπήρχε για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Οι Πράσινοι Ευρωβουλευτές είχαν ζητήσει να (ξανά)συζητηθεί το θέμα στο (νέο) Ευρωκοινοβούλιο αλλά και να κατατεθεί σχετικό ψήφισμα στην Ολομέλεια του Ιουλίου ή του Σεπτεμβρίου. Όμως, οι πολιτικές ομάδες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP), των Δημοκρατών και Σοσιαλιστών (S&D), των Φιλελεύθερων (ALDE) και των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR) αρνήθηκαν και τη συζήτηση και το ψήφισμα.

Τι είναι η «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου κι Επενδύσεων» (ΤΤΙP)

Όπως παρουσιάζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Κομισιόν [1], ηTTIPαφορά σε «διαπραγματεύσεις που αποσκοπούν στην άρση των φραγμών του εμπορίου (δασμοί, περιττές κανονιστικές ρυθμίσεις, περιορισμοί των επενδύσεων κ.λπ.) σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών τομέων, έτσι ώστε να καταστεί ευκολότερη η αγορά και η πώληση αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ.  Η ΕΕ και οι ΗΠΑ επιθυμούν επίσης να διευκολύνουν τις εταιρείες τους στις επενδύσεις στην οικονομία και των δύο χωρών».  Ήδη έχουν ολοκληρωθεί  7 κύκλοι διαπραγματεύσεων ΗΠΑ και ΕΕ για την συμφωνία αυτή, ενώ η αντίστοιχη μεταξύ Καναδά και ΕΕ (CETA) έχει φτάσει σε τελική μορφή.

Η πιο σημαντική σε παγκόσμιο επίπεδο Συμφωνία TTIP(αν ολοκληρωθεί) θα έχει σημαντικές επιπτώσεις σε 500 εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες, αλλά και στα εκατομμύρια Αμερικανών πολιτών. Αφορά στην οικονομία, στο εμπόριο, στο περιβάλλον και στα κοινωνικά δικαιώματα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον χιλιάδων οργανώσεων από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, ευρωβουλευτών, βουλευτών και γερουσιαστών.

Τον Σεπτέμβριο 2014, με πρωτοβουλία 200 οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών αλλά και πολιτικών κομμάτων, όπως οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ, από 18 κράτη μέλη της ΕΕ [2], μια «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών - STOPTTIP» [3] με στόχο να συγκεντρωθούν πάνω από 1.000.000 υπογραφές ευρωπαίων κάτω από ένα κείμενο που ζητάει τον τερματισμό των συνομιλιών για την «Διαντλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων». Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχουν και οι «ΠΡΑΣΙΝΟΙ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ».  Η Κομισιόν, όμως, δεν δέχτηκε ότι έχει νομική βάση η συγκεκριμένη πρωτοβουλία πολιτών και δεν την ενέκρινε.

Στο σκοτάδι οι διαπραγματεύσεις

Οι συνομιλίες παραμένουν μέχρι σήμερα στο σκοτάδι, αν και έχουν προηγηθεί 7 γύροι διαπραγματεύσεων.  Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται από το Συμβούλιο της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ότι από τη στιγμή που γίνεται διαπραγμάτευση για εμπορική συμφωνία δεν μπορείς να δείχνεις τα χαρτιά σου και να γνωρίζει τις θέσεις σου ο «απέναντι». Από την άλλη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ισχυρίζεται ότι δεν θα αποδυνάμωνε δικαιώματα τα οποία υποστηρίζει. Είναι, λοιπόν, τα πράγματα υπό έλεγχο ή πρέπει να ανησυχούμε;

Στις διαπραγματεύσεις δεν συμμετέχουν ούτε εκπρόσωποι των εκλεγμένων κοινοβουλίων ούτε φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η αμερικάνικη Γερουσία δεν συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, σε αντίθεση με πολλές άλλες συμφωνίες Ο Αμερικανός πρόεδρος θα διαχειριστεί ο ίδιος της Συμφωνία. Ο ρόλος του Ευρωκοινοβουλίου περιορίζεται στο να εγκρίνει ή να απορρίψει την τελική συμφωνία. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 218 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ (Συνθήκη Λισαβόνας) που προβλέπει ότι «η Κομισιόν στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης διεθνών εμπορικών συμφωνιών υποχρεώνεται να πληροφορεί άμεσα και πλήρως το Ευρωκοινοβούλιο». Το ίδιο ισχύει και για το Κογκρέσο, θα ψηφίσει ή θα καταψηφίσει την απόφαση.

Στην διαδικασία υπάρχει ανοικτή επικοινωνία με μεγάλες επιχειρήσεις. Μόνο κατά την φάση προετοιμασίας της TTIP, πραγματοποιήθηκαν 590 συναντήσεις εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εκπροσώπων λόμπυ, από τις οποίες – σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις - το 92% αφορούσε ομάδες λόμπυ της βιομηχανίας και μεγάλων επιχειρήσεων, κι ελάχιστες την ενημέρωση καταναλωτών. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι εκπρόσωποι των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις ενώ ακόμα και ορισμένες διατυπώσεις έχουν σταλεί από γραφεία λόμπυ επιχειρήσεων. 

Μετά από πολλές πιέσεις των ευρωβουλευτών, η Κομισιόν ενημέρωσε ότι τα Κράτη Μέλη και οι εκλεγμένοι ευρωβουλευτές θα μπορούν να έχουν μια κάποια πρόσβαση στα κείμενα διαπραγματεύσεων της ΕΕ. Με πρόταση των ΗΠΑ που έγινε δεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθιερώθηκαν «readingrooms”, “δωμάτια ανάγνωσης», με περιορισμένη πρόσβαση στα υπό διαπραγμάτευση κείμενα ΕΕ – ΗΠΑ με τις θέσεις των δυο πλευρών σε ιδιαίτερα θέματα που μπορεί να έχουν την μορφή νομικά δεσμευτικών διεθνών συμφωνιών.

Με τα όσα ίσχυαν μέχρι πρόσφατα – και μέχρι να δούμε τι θα κάνει η νέα υπό τον κ. Γιουνκέρ Κομισιόν - «readingrooms”, “δωμάτια ανάγνωσης», θα υπάρχουν ένα στο κτίριο της Κομισιόν στις Βρυξέλλες κι ένα στο Ευρωκοινοβούλιο, καθώς και στις πρεσβείες των ΗΠΑ στα Κράτη Μέλη. Σε αυτά θα έχουν δυνατότητα εισόδου οι συντονιστές των ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων, οι πρόεδροι της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και ορισμένοι από τους Ευρωβουλευτές που χειρίζονται σχετικά θέματα. Δεν επιτρέπεται, όμως, να βγάζουν φωτοτυπίες ή φωτογραφίες (με κινητό ή φωτογραφική μηχανή).

Δέκα επτά από τα Κράτη Μέλη έχουν διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή τη διαδικασία – δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με δυο σημαντικές αποφάσεις του στις 26/6/2014 και στις 3/7/2014 έχει ουσιαστικά επικρίνει την έλλειψη διαφάνειας και πληροφόρησης στις διαπραγματεύσεις.

Αφορά η συμφωνία αυτή και την Ελλάδα;

Υπάρχει ελάχιστη δημοσιότητα για το θέμα στην Ελλάδα. Tα πολιτικά κόμματα, οι φορείς και το Κοινοβούλιο δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί την σημασία της. ΟΙ προηγούμενοι ευρωβουλευτές έχοντας συμμετάσχει στις ευρωπαϊκές διαδικασίες ήταν πολύ ενημερωμένοι αλλά κανένα από τα ελληνικά κόμματα δεν ενδιαφέρθηκε για τη γνώμη τους. Το θέμα αυτό συνδέεται και με το αναπτυξιακό μοντέλο που προωθείται σταδιακά στη χώρα μας με δικαιολογία την κρίση και την ανάγκη «επιστροφής στην ανάπτυξη» μέσω της διαμόρφωσης κατάλληλου «κλίματος» για τους επενδυτές. Δεν είναι τυχαίο που αντιπροσωπεία βουλευτών από τον Καναδά επισκέφθηκε πριν από λίγους μήνες τη χώρας μας και είχε συνάντηση με έλληνες βουλευτές και ευρωβουλευτές και μεταξύ των ενδιαφερόντων τους ήταν και μια ανάλογη διαπραγμάτευση μεταξύ Καναδά και ΕΕ (Δείτε σχετική ανακοίνωσή μου ως ευρωβουλευτής τότε των Πράσινων, στο www.chrysogelos.grγια τα θέματα που έθεσα στην συνάντηση με τους Καναδούς βουλευτές και αφορούσαν στην –παρόμοια - υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση μεταξύ Καναδά και ΕΕ (CETA).

Γιατί είναι σημαντική η «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων»;

Οι διαπραγματεύσεις για την «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» (Transatlantic ΤradeandInvestmentPartnership) δεν αφορούν σε μια απλή, παραδοσιακή εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ αλλά σε μια συμφωνία που θέτει το «γενικό πλαίσιο», τους κανόνες, μιας μακροχρόνιας και δεσμευτικής διμερούς συμφωνίας, που θα δεσμεύσει όλα τα Κράτη – Μέλη της ΕΕ. Παρά τη σημασία της, όμως, αντιμετωπίζεται μέχρι σήμερα ως μια εμπορική συνεργασία, και κατά συνέπεια τίθενται περιορισμοί στην ενημέρωση, στην πρόσβαση στις πληροφορίες για τις διαπραγματεύσεις, ενώ τα ντοκουμέντα που χρησιμοποιούνται στις διαπραγματεύσεις δεν δίνονται στη δημοσιότητα, ούτε καν στους ευρωβουλευτές και βουλευτές. Αφορά «εμπορικά μυστικά», προβάλλουν ως επιχείρημα οι οπαδοί της «μυστικότητας» των συνομιλιών.

Η «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» είναι μια συμφωνία που θα επηρεάσει όχι μόνο επιμέρους τομείς (γεωργία-κτηνοτροφία, βιομηχανικά και πολιτιστικά προϊόντα, χημικά κα) αλλά κυρίως τις αγορές και τους κανόνες των αγορών. Οι διοργανωτές της καμπάνιας «STOPTTIP”  υποστηρίζουν ότι «η Συμφωνία αυτή προετοιμάζεται εδώ και 20 χρόνια υπό την πίεση των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού που προσπαθούν να επιβάλουν το άνοιγμα των αγορών σε βάρος της προστασίας του καταναλωτή, της διατροφικής ασφάλειας, των περιβαλλοντικών κανόνων, των σημαντικών κοινωνικών προτύπων, των κανόνων για τη χρήση τοξικών προϊόντων ή κανονισμών για την ασφάλεια των τραπεζικών συναλλαγών». Είχε προηγηθεί η προσπάθεια προώθησης μέσα από μυστικές διαπραγματεύσεις 1995-1998 της «Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις -MultilateralAgreementonInvestment (MAI)» [4], οι διαπραγματεύσεις όμως  εκείνες κατέρρευσαν κάτω από την πίεση ενός ισχυρού κινήματος πολιτών.
Η Συμφωνία θα αλλάξει, μεταξύ άλλων, και τις δημόσιες προμήθειες για υπηρεσίες και αγαθά, μια και οι «προσκλήσεις ενδιαφέροντος για δημόσιες υπηρεσίες» θα πρέπει να ανοίξουν στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ένας στόχος που βρίσκει ενθουσιώδη υποστήριξη από την συντηρητική κυβέρνηση της Βρετανίας.

Εναρμόνιση κανόνων και κανονισμών

Με δεδομένο ότι οι δασμοί μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ είναι ήδη χαμηλοί (κατά μέσο όρο 4 %), η προσοχή των διαπραγματεύσεων επικεντρώνεται στην άρση των επονομαζόμενων «Μη Δασμολογικών Φραγμών ή ΜΔΦ» που είναι αποτέλεσμα των διαφορών στους κανονισμούς και τα πρότυπα και αφορούν στην εγγύηση της ασφάλειας και της προστασίας των καταναλωτών, και του περιβάλλοντος. Εκεί όμως βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της όποιας συμφωνίας. Θα εναρμονιστούν οι κανόνες και οι διαδικασίες για να βελτιωθούν η ασφάλεια του καταναλωτή και η προστασία του περιβάλλοντος αλλά και η ασφάλεια, υγιεινή και προστασία των εργαζομένων ή θα «χαλαρώσουν» οι προδιαγραφές προς όφελος της «εναρμόνισης»;

Λόγω πολιτικής κουλτούρας σπάνια υπάρχουν κανονισμοί που απαγορεύουν ή περιορίζουν κάτι στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, στην ΕΕ υπάρχει μια πολιτική που βασίζεται σε υιοθέτηση νομοθεσιών και κανονισμών για την προστασία του περιβάλλοντος και των δικαιωμάτων. Πώς λοιπόν θα υπάρξει εναρμόνιση χωρίς να περιοριστεί η προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος;

Στις ΗΠΑ για παράδειγμα αναγνωρίζονται μόνο ελάχιστα από τα δικαιώματα των εργαζομένων, για παράδειγμα από τα 8 βασικά στάνταρτς εργασίας που έχει υιοθετήσει η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (I.L.0), στις ΗΠΑ εφαρμόζονται μόνο τα δύο. Είναι λοιπόν πιθανό σε τομείς όπως η γεωργία και η βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας να χαθούν στην Ευρώπη πολλές χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Η Συμφωνία επικεντρώνει επίσης σε θέματα «ιδιωτικοποιήσεων και φιλελευθεροποίησης» σημαντικών τομέων, κάτι που επίσης μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Η Κομισιόν ισχυρίζεται επισήμως ότι δεν πρόκειται να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης η νομοθεσία προστασίας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Αυτό όμως είναι η μισή αλήθεια. Πολλές ρυθμίσεις μπορούν να υπερκεραστούν μέσω της εμπορικής συμφωνίας και όχι μέσω της αλλαγής της νομοθεσίας. Σήμερα για παράδειγμα στον τομέα της γεωργίας, στις ΗΠΑ «η φυτοϋγειονομική νομοθεσία απαγορεύει τα ευρωπαϊκά μήλα, ενώ οι κανόνες για την ασφάλεια των τροφίμων καθιστούν παράνομη την εισαγωγή πολλών ευρωπαϊκών τυριών στις ΗΠΑ». Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό;

Το πιο βαρύ πλήγμα θα υποστεί η «αρχή της πρόληψης» που ισχύει – τουλάχιστον στα χαρτιά - στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόσφατη νομοθεσία, πχ REACH, επιδιώκει σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τα χημικά αλλά και άλλα προϊόντα που πρέπει πλέον να αποδεικνύουν ότι δεν είναι επιβλαβή για να πάρουν έγκριση κυκλοφορίας. Στις ΗΠΑ ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Ένα προϊόν βγαίνει από την αγορά μόνο αν αποδειχτεί ότι είναι επικίνδυνο. Πώς μπορεί να υπάρξει εναρμόνιση μεταξύ αυτών των δύο αντίθετων πρακτικών και πολιτικών; Ορισμένες ευρωπαϊκές εταιρίες θα μπορούσαν να πάρουν λοιπόν άδεια για την κυκλοφορία του (πιθανά επικίνδυνου) προϊόντος τους στις ΗΠΑ και μετά να το εισάγουν και στην ΕΕ.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αλλαγή στην αντιμετώπιση των χημικών που επηρεάζουν την παραγωγή ορμονών, οι λεγόμενοι ενδοκρινικοί διαταράκτες - Endocrine-disruptingchemicals[5]. Είναι χιλιάδες ουσίες που περιέχονται από τα πλαστικά και τα καλλυντικά μέχρι τα φυτοφάρμακα και παραπροϊόντα της βιομηχανικής παραγωγής και έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, ότι μιμούνται τις ορμόνες και παρεμβαίνουν στο ορμονικό σύστημα των ανθρώπων αλλά και των ζώων, και προκαλούν διαταραχή στις ορμόνες, στη γνωστική διαδικασία των παιδιών, διαταραχή της γονιμότητας, νεοπλασίες, καρκίνους αλλά και δημιουργία των λεγόμενων «συγγενών ανωμαλιών» που καταγράφουν απειλές για τη υγεία του εμβρύου, ακόμα και στην ενήλικη ζωή του [6].

Η Κομισιόν είχε περιλάβει στο πρόγραμμα δράσης της για το 2013 πρωτοβουλία για τα χημικά αυτά, ιδιαίτερα όταν περιέχονται σε καλλυντικά ή φυτοφάρμακα, αλλά την ανέβαλε με την δικαιολογία ότι «υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων».  Αντιθέτως, ξεκίνησε σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ΤΤΙΡ ένα «πιλοτικό πρόγραμμα εναρμόνισης των προσεγγίσεων σε σχέση με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες» καθώς και «δυο άλλα πιλοτικά προγράμματα στο οποίο συμμετέχουν σχετικές βιομηχανίες των ΗΠΑ και της ΕΕ με στόχο την εναρμόνιση των προσεγγίσεων σχετικά με τα χημικά» [7].  Μάλιστα τον Ιούνιο 2014 λίγο πριν τον 6ο γύρο των διαπραγματεύσεων για την ΤΤΙΡ η Κομισιόν δημοσίευσε έναν «οδικό χάρτη» που ανατρέπει τον αρχικό σχεδιασμό για περιορισμό και απαγορεύσεις των επικίνδυνων αυτών χημικών και υιοθετεί την λογική της συνέχισης της χρήσης των ενδοκρινικών διαταρακτών εφόσον ακολουθούνται συγκεκριμένα βήματα και μέτρα προστασίας, μια πολιτική συμβατή με την αμερικάνικη προσέγγιση.

Οι εταιρίες φυτοφαρμάκων και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού ζητάνε «την προστασία των καλλιεργειών» και αντιδρούν έντονα στην «αρχή της πρόληψής». Κατηγορούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι «η κατηγοριοποίηση των χημικών ως ενδοκρινικοί διαταράκτες είναι εξόχως προβληματική» και «σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική αρχή της «προσέγγισης της ανάλυσης κινδύνου»  (riskassessmentapproach), που χρησιμοποιείται από την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ.  

Σε έναν άλλο τομέα, αυτό των γενετικά τροποποιημένων (μεταλλαγμένων) και της κλωνοποίησης, που σχετίζεται με τη διατροφική ασφάλεια και την προστασία της υγείας και των καταναλωτών, υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές στις προωθούμενες πολιτικές.  Στις ΗΠΑ προωθείται τόσο η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών όσο και η κλωνοποίηση για την παραγωγή ζώων προς κατανάλωση. Στην ΕΕ δεν επιτρέπεται σε γενικές γραμμές η κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων ή προϊόντων από κλωνοποιημένα ζώα ή απογόνους κλωνοποιημένων ζώων.

Στο τέλος της θητείας μου ως ευρωβουλευτής των Πράσινων, έγινα και εγώ μάρτυρας της μεγάλης πίεση από τις ΗΠΑ για την εισαγωγή ζώων που προέρχονται από απογόνους κλωνοποιημένων ζώων, ενώ είναι γνωστός ο πόλεμος για τις αυξητικές ορμόνες βοοειδών που χρησιμοποιούν οι αμερικανοί παραγωγοί αλλά δεν επιτρέπονται στην ΕΕ. Στις ΗΠΑ δεν ισχύει κάποιο σύστημα πιστοποίησης που ενημερώνει τους καταναλωτές ότι ένα κρέας προέρχεται από κλωνοποιημένα ζώα ή απογόνους κλωνοποιημένων ζώων.

«Κατάργηση της γραφειοκρατίας» μπορεί λοιπόν να σημαίνει, για παράδειγμα, εισαγωγή στην ΕΕ κρέατος που προέρχεται από κλωνοποιημένα ζώα ή απογόνους τους χωρίς να υπάρχει καν σήμανση για κάτι τέτοιο ή κυκλοφορία χημικών που προκαλούν ενδοκρινική διαταραχή.

Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας ισχυρίζονται ότι «το 80 % των οικονομικών οφελών της TTIP θα προέλθει από τη μείωση των δαπανών που επιβάλλονται από τη γραφειοκρατία και τους κανονισμούς και από την ελευθέρωση των εμπορικών συναλλαγών στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και κρατικών προμηθειών» [8]. Συχνά, όμως, η άρση της γραφειοκρατίας σημαίνει μείωση των προδιαγραφών και της προστασίας, όπως καλά ξέρουμε τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες.

Πάνω από όλα τα δικαιώματα του επενδυτή

Μέσα από την ΤΤΙΡ μπορεί να επικρατήσει και το λεγόμενο «δίκαιο του επενδυτή» (Investor-statedisputesettlement - ISDS), η ανεξέλεγκτη αγορά πάνω από όλα, δηλαδή η δυνατότητα των επενδυτών να προσφεύγουν σε διεθνή δικαστήρια εναντίον των πολιτών, της αυτοδιοίκησης ή και κρατών μελών όταν κρίνουν ότι εμποδίζουν την επένδυσή τους. Αν ένα κοινοβούλιο, για παράδειγμα, υιοθετήσει ένα νόμο ο οποίος επηρεάζει μια επένδυση, όπως για παράδειγμα αυτή στη Χαλκιδική για εξόρυξη χρυσού, ο επενδυτής μπορεί να προσφεύγει σε διεθνή δικαστήρια και όχι σε κάποιο εθνικό δικαστήριο, με βάση το εμπορικό δίκαιο και όχι το περιβαλλοντικό δίκαιο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο διάφορα λόμπυ μπορούν να επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων επισείοντας την απειλή προσφυγής σε διεθνές δικαστήριο για εμπορικές υποθέσεις. Μεγάλες εταιρίες μπορεί να πληρώνουν στρατό από δικηγόρους που ειδικεύονται σε παρόμοιες υποθέσεις, αλλά μικρές χώρες και ιδιαίτερα τοπικές κοινωνίες είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουν παρόμοιες προσφυγές που θα οδηγήσουν σε απώλεια του δημοκρατικού ελέγχου.

Το θέμα αυτό ήταν μεταξύ των ερωτήσεων που κατέθεσαν οι Πράσινοι ευρωβουλευτές προς τον υποψήφιο Επίτροπο κTimmermans.

Η πρώτη προσπάθεια επιβολής του «δικαίου του επενδυτή» πάνω στις αποφάσεις εκλεγμένων κυβερνήσεων ή κοινοβουλίων οδήγησε στην απόρριψη της «Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις -MultilateralAgreementonInvestment (MAI)». Φαίνεται όμως ότι μεγάλες επιχειρήσεις προσπαθούν τώρα να επαναφέρουν το θέμα μέσω της ΤΤΙΡ, δηλαδή να ιδιωτικοποιήσουν τη δικαιοσύνη και να επιβάλουν τους δικούς τους όρους και κανόνες στο νομοθετικό έργο, στη διαμόρφωση κανόνων και κανονισμών.  Το τραγικό είναι ότι οι κυβερνήσεις έχουν προσκαλέσει ως συνομιλητές στις διαπραγματεύσεις για την «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» εκπροσώπους μεγάλων επιχειρήσεων ενώ έχουν αποκλείσει από αυτές τα κοινοβούλια και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών.

Παρόμοιες μεμονωμένες υποθέσεις έχουν υπάρξει ήδη με μεγάλες επιχειρήσεις να απαιτούν αποζημιώσεις πολλών εκατομμυρίων ή και δισεκατομμυρίων. Μια τέτοια είναι η υπόθεση  η απαίτηση της ενεργειακής βιομηχανίας Vattenfall που απαίτησε από την ομοσπονδιακή κυβέρνησης της Γερμανίας αποζημίωση ύψους  3.7 δις ευρώ για την απόφασή της να κλείσει δυο πυρηνικές εγκαταστάσεις στο πλαίσιο του προγράμματος σταδιακής εξόδου από την πυρηνική ενέργεια. Παρόμοιες διεκδικήσεις θα γενικευτούν από «ξένους επενδυτές» εφόσον υιοθετηθεί το «δίκαιο του επενδυτή» (Investor-statedisputesettlement - ISDS), και θα δημιουργηθεί έτσι ένα πλαίσιο άδικων σχέσεων και διαφορετικού δικαστικού καθεστώτος μεταξύ ντόπιων και ξέων επενδυτών, αφού η ρύθμιση προβλέπεται να ισχύει μόνο για τους «ξένους επενδυτές» που θα μπορούν να επιβάλουν τις επιλογές τους σε βάρος κρατών και κοινωνιών.

Στο πλαίσιο της Συμφωνίας  προβλέπεται να προσκαλούνται από τις κυβερνήσεις ομάδες μεγάλων επιχειρήσεων για να συζητούν μαζί τους την διαμόρφωση της νομοθεσίας που μπορεί να τις αφορά στο πλαίσιο της λεγόμενης «“regulatorycooperation”. Η συμμετοχή των εκπροσώπων των μεγάλων επιχειρήσεων μπορεί να αφορά σε ομάδες εργασίας ειδικών που προετοιμάζουν μια νομοθεσία, ακόμα και πριν αυτή συζητηθεί στα κοινοβούλια. Η διαδικασία υποβαθμίζει το δημοκρατικό σύστημα μέσω μιας συμφωνίας εμπορίου και επενδύσεων!

Μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων

Η ομάδα που συντονίζει την ευρωπαϊκή καμπάνια, μέσω της γερμανικής οργάνωσης «Περισσότερη Δημοκρατία» έχει ζητήσει μια ανεξάρτητη νομική γνωμοδότηση, που εξετάζει την νομιμότητα της διαδικασίας που είναι σε εξέλιξη καθώς και την τεκμηρίωση της συγκρότησης της «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών STOPTTIP”. [9]

Με βάση και την «αρχή της πρόληψης» είναι καλύτερο να αποφύγουμε μια κακή συμφωνία, όπως όλα δείχνουν, και γι’ αυτό συμμετέχουμε στις 11 Οκτωβρίου, στην Μέρα Δράσης για να σταματήσει η διαπραγμάτευση για την «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» [10] . Στην κινητοποίηση συμμετέχουν ενεργά πολιτικά κόμματα, όπως οι Πράσινοι, συνδικάτα, αγρότες, κοινωνικές οργανώσει από όλη της Ευρώπη.

Παραπομπές:
1.   http://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ttip/questions-and-answers/index_el.htm
2.   http://stop-ttip.org/wp-content/uploads/2014/08/ECI-Partner-List_0827.pdf καθώς και www.stop-ttip.org/members
3.    stop-ttip.org/more-about-the-eci/
4.    http://www.oecd.org/daf/mai/
5.    http://en.wikipedia.org/wiki/Endocrine_disruptor
6.    http://www2.keelpno.gr/blog/?p=2853
 7.http://insidetrade.com/index.php?option=com_user&view=login&return=aHR0cDovL2luc2lkZXRyYWRlLmNvbS9JbnNpZGUtVVMtVHJhZGUvSW5zaWRlLVUuUy4tVHJhZGUtMDgvMDgvMjAxNC9uZXctdHRpcC1waWxvdC1wcm9ncmFtcy1zaG93LWNoZW1pY2FsLWluZHVzdHJ5LWlkZWFzLWdhaW5pbmctdHJhY3Rpb24vbWVudS1pZC03MTAuaHRtbA==
8.      http://trade.ec.europa.eu/doclib/cfm/doclib_results.cfm?docId=150737
9.      www.stop-ttip.org/legal-opinion
10.  http://www.stop-ttip-ceta-tisa.eu/en/
      http://www.ttip2014.eu/event/event/o11doa.html
      https://www.facebook.com/stopttiptafta
      Twitter: @o11DoA #o11DoA

Πηγή: tvxs.gr

«Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου κι Επενδύσεων» (ΤΤΙP), του Νίκου Χρυσόγελου

Η Κομισιόν απέρριψε την πρόταση που είχαν υποβάλει 250 ευρωπαϊκές κοινωνικές και άλλες οργανώσεις, ινστιτούτα και κόμματα για να τεθεί υπόψη των πολιτών, με την επίσημη διαδικασία της «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών», το θέμα της «Διατλαντικής Συμφωνίας Εμπορίου και Επενδύσεων», γνωστής και ως ΤΤΙΡ. Αυτή η ευρεία συμμαχία δεν έμεινε παθητική, αποφάσισε να αναλάβει μια «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών» από τα κάτω, ώστε να εκφράσουν οι ευρωπαίοι πολίτες την άποψή τους για την πολύ σημαντική αυτή διαδικασία που ξεπερνάει το πλαίσιο μιας απλής εμπορικής συμφωνίας μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και ΗΠΑ (TTIP) αλλά και ΕΕ και Καναδά (CETA-ComprehensiveEconomicandTradeAgreement). Οι φορείς που στηρίζουν την καμπάνια αυξήθηκαν και ήδη ξεπερνούν τους 350 (μεταξύ αυτών, από Ελλάδα οι «ΠΡΑΣΙΝΟΙ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ», η Κίνηση 136 καθώς και το κόμμα Πειρατών Ελλάδας) http://stop-ttip.org/wp-content/uploads/2014/09/ECI-Partner-List_0917.pdf

Hανταπόκριση των πολιτών είναι εντυπωσιακή. Μέσα σε λιγότερο από 4 μέρες από την έναρξη της ηλεκτρονικής καμπάνιας συγκεντρώθηκαν πάνω από 400.000 υπογραφές στην ηλεκτρονική πλατφόρμα http://stop-ttip.org/.  Κάθε μέρα προστίθενται 100.000 νέες υπογραφές και ο στόχος είναι να μην συγκεντρωθούν απλώς 1.000.000 υπογραφές αλλά πολλά εκατομμύρια. Η μεγάλη συμμετοχή δείχνει ότι στις περισσότερες χώρες οι πολίτες είναι ενημερωμένοι κι ανησυχούν. Στο πλαίσιο της καμπάνιας, το Σάββατο 11 Οκτωβρίου σε όλη την Ευρώπη (στην  Αθήνα στην πλατεία Συντάγματος στις 12.00) αλλά και στις ΗΠΑ χιλιάδες πολίτες κινητοποιούνται για να σταματήσει η επικίνδυνη αυτή συμφωνία.

Οι οργανώσεις, φορείς και κόμματα που υποστηρίζουν την «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών STOPTTIP» επικεντρώνουν την κριτική τους στην έλλειψη διαφάνειας στις συνομιλίες, στην απουσία δημοκρατικής συμμετοχής στις διαπραγματεύσεις και στην προσπάθεια να υιοθετηθούν προδιαγραφές που θα περιορίσουν τα κοινωνικά και εργασιακά δικαιώματα, την περιβαλλοντική προστασία και τα δικαιώματα των καταναλωτών. 

Η συμφωνία αυτή ήταν μεταξύ των κεντρικών θεμάτων που έθεσαν οι ευρωβουλευτές  κατά τις ακροάσεις τόσο του Γιουνκέρ όσο και των υποψήφιων Επιτρόπων (ιδιαίτερα του Timmermansπου θα έχει βασική ευθύνη για τις διαπραγματεύσεις εφόσον γίνει επίτροπος). Τόσο ο Γιουνκέρ όσο και ο Τimmermansαναγκάστηκαν να παραδεχτούν – κάτω από την πίεση των ευρωβουλευτών, ιδιαίτερα των Πράσινων – ότι πρέπει να υπάρξει διαφάνεια και πλήρης ενημέρωση για τις συζητήσεις που διεξάγονται και να μην ισχύει ο μέχρι τώρα αποκλεισμός τόσο των πολιτών όσο και των ευρωβουλευτών από τις διαπραγματεύσεις αλλά ακόμα και από την στοιχειώδη ενημέρωση. Μάλιστα οι δύο αναγκάστηκαν να παραδεχτούν ότι η Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών απορρίφθηκε στη βάση στενών νομικών ερμηνειών αν και η Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων έχει πολύ ευρεία πολιτική σημασία και οι πολίτες πρέπει να είναι ενημερωμένοι.

Πολλοί ευρωβουλευτές στο προηγούμενο ευρωκοινοβούλιο είχαν οργιστεί από την έλλειψη διαφάνειας στις σχετικές διαπραγματεύσεις και για την περιορισμένη ενημέρωση που υπήρχε για την πρόοδο των διαπραγματεύσεων. Οι Πράσινοι Ευρωβουλευτές είχαν ζητήσει να (ξανά)συζητηθεί το θέμα στο (νέο) Ευρωκοινοβούλιο αλλά και να κατατεθεί σχετικό ψήφισμα στην Ολομέλεια του Ιουλίου ή του Σεπτεμβρίου. Όμως, οι πολιτικές ομάδες του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος (EPP), των Δημοκρατών και Σοσιαλιστών (S&D), των Φιλελεύθερων (ALDE) και των Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR) αρνήθηκαν και τη συζήτηση και το ψήφισμα.

Τι είναι η «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου κι Επενδύσεων» (ΤΤΙP)

Όπως παρουσιάζεται στην επίσημη ιστοσελίδα της Κομισιόν [1], ηTTIPαφορά σε «διαπραγματεύσεις που αποσκοπούν στην άρση των φραγμών του εμπορίου (δασμοί, περιττές κανονιστικές ρυθμίσεις, περιορισμοί των επενδύσεων κ.λπ.) σε ένα ευρύ φάσμα οικονομικών τομέων, έτσι ώστε να καταστεί ευκολότερη η αγορά και η πώληση αγαθών και υπηρεσιών μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ.  Η ΕΕ και οι ΗΠΑ επιθυμούν επίσης να διευκολύνουν τις εταιρείες τους στις επενδύσεις στην οικονομία και των δύο χωρών».  Ήδη έχουν ολοκληρωθεί  7 κύκλοι διαπραγματεύσεων ΗΠΑ και ΕΕ για την συμφωνία αυτή, ενώ η αντίστοιχη μεταξύ Καναδά και ΕΕ (CETA) έχει φτάσει σε τελική μορφή.

Η πιο σημαντική σε παγκόσμιο επίπεδο Συμφωνία TTIP(αν ολοκληρωθεί) θα έχει σημαντικές επιπτώσεις σε 500 εκατομμύρια Ευρωπαίους πολίτες, αλλά και στα εκατομμύρια Αμερικανών πολιτών. Αφορά στην οικονομία, στο εμπόριο, στο περιβάλλον και στα κοινωνικά δικαιώματα. Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον χιλιάδων οργανώσεων από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, ευρωβουλευτών, βουλευτών και γερουσιαστών.

Τον Σεπτέμβριο 2014, με πρωτοβουλία 200 οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών αλλά και πολιτικών κομμάτων, όπως οι ΠΡΑΣΙΝΟΙ, από 18 κράτη μέλη της ΕΕ [2], μια «Ευρωπαϊκή Πρωτοβουλία Πολιτών - STOPTTIP» [3] με στόχο να συγκεντρωθούν πάνω από 1.000.000 υπογραφές ευρωπαίων κάτω από ένα κείμενο που ζητάει τον τερματισμό των συνομιλιών για την «Διαντλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων». Στην προσπάθεια αυτή συμμετέχουν και οι «ΠΡΑΣΙΝΟΙ – ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ».  Η Κομισιόν, όμως, δεν δέχτηκε ότι έχει νομική βάση η συγκεκριμένη πρωτοβουλία πολιτών και δεν την ενέκρινε.

Στο σκοτάδι οι διαπραγματεύσεις

Οι συνομιλίες παραμένουν μέχρι σήμερα στο σκοτάδι, αν και έχουν προηγηθεί 7 γύροι διαπραγματεύσεων.  Το επιχείρημα που χρησιμοποιείται από το Συμβούλιο της ΕΕ και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή είναι ότι από τη στιγμή που γίνεται διαπραγμάτευση για εμπορική συμφωνία δεν μπορείς να δείχνεις τα χαρτιά σου και να γνωρίζει τις θέσεις σου ο «απέναντι». Από την άλλη, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα ισχυρίζεται ότι δεν θα αποδυνάμωνε δικαιώματα τα οποία υποστηρίζει. Είναι, λοιπόν, τα πράγματα υπό έλεγχο ή πρέπει να ανησυχούμε;

Στις διαπραγματεύσεις δεν συμμετέχουν ούτε εκπρόσωποι των εκλεγμένων κοινοβουλίων ούτε φορείς της κοινωνίας των πολιτών. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η αμερικάνικη Γερουσία δεν συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, σε αντίθεση με πολλές άλλες συμφωνίες Ο Αμερικανός πρόεδρος θα διαχειριστεί ο ίδιος της Συμφωνία. Ο ρόλος του Ευρωκοινοβουλίου περιορίζεται στο να εγκρίνει ή να απορρίψει την τελική συμφωνία. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 218 της Συνθήκης Λειτουργίας της ΕΕ (Συνθήκη Λισαβόνας) που προβλέπει ότι «η Κομισιόν στο πλαίσιο διαπραγμάτευσης διεθνών εμπορικών συμφωνιών υποχρεώνεται να πληροφορεί άμεσα και πλήρως το Ευρωκοινοβούλιο». Το ίδιο ισχύει και για το Κογκρέσο, θα ψηφίσει ή θα καταψηφίσει την απόφαση.

Στην διαδικασία υπάρχει ανοικτή επικοινωνία με μεγάλες επιχειρήσεις. Μόνο κατά την φάση προετοιμασίας της TTIP, πραγματοποιήθηκαν 590 συναντήσεις εκπροσώπων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και εκπροσώπων λόμπυ, από τις οποίες – σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις - το 92% αφορούσε ομάδες λόμπυ της βιομηχανίας και μεγάλων επιχειρήσεων, κι ελάχιστες την ενημέρωση καταναλωτών. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων οι εκπρόσωποι των μεγάλων επιχειρήσεων έχουν τη δυνατότητα να επηρεάζουν τις εξελίξεις ενώ ακόμα και ορισμένες διατυπώσεις έχουν σταλεί από γραφεία λόμπυ επιχειρήσεων. 

Μετά από πολλές πιέσεις των ευρωβουλευτών, η Κομισιόν ενημέρωσε ότι τα Κράτη Μέλη και οι εκλεγμένοι ευρωβουλευτές θα μπορούν να έχουν μια κάποια πρόσβαση στα κείμενα διαπραγματεύσεων της ΕΕ. Με πρόταση των ΗΠΑ που έγινε δεκτή από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθιερώθηκαν «readingrooms”, “δωμάτια ανάγνωσης», με περιορισμένη πρόσβαση στα υπό διαπραγμάτευση κείμενα ΕΕ – ΗΠΑ με τις θέσεις των δυο πλευρών σε ιδιαίτερα θέματα που μπορεί να έχουν την μορφή νομικά δεσμευτικών διεθνών συμφωνιών.

Με τα όσα ίσχυαν μέχρι πρόσφατα – και μέχρι να δούμε τι θα κάνει η νέα υπό τον κ. Γιουνκέρ Κομισιόν - «readingrooms”, “δωμάτια ανάγνωσης», θα υπάρχουν ένα στο κτίριο της Κομισιόν στις Βρυξέλλες κι ένα στο Ευρωκοινοβούλιο, καθώς και στις πρεσβείες των ΗΠΑ στα Κράτη Μέλη. Σε αυτά θα έχουν δυνατότητα εισόδου οι συντονιστές των ευρωπαϊκών πολιτικών ομάδων, οι πρόεδροι της Επιτροπής Διεθνούς Εμπορίου και ορισμένοι από τους Ευρωβουλευτές που χειρίζονται σχετικά θέματα. Δεν επιτρέπεται, όμως, να βγάζουν φωτοτυπίες ή φωτογραφίες (με κινητό ή φωτογραφική μηχανή).

Δέκα επτά από τα Κράτη Μέλη έχουν διαμαρτυρηθεί γι’ αυτή τη διαδικασία – δεν περιλαμβάνεται η Ελλάδα.

Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με δυο σημαντικές αποφάσεις του στις 26/6/2014 και στις 3/7/2014 έχει ουσιαστικά επικρίνει την έλλειψη διαφάνειας και πληροφόρησης στις διαπραγματεύσεις.

Αφορά η συμφωνία αυτή και την Ελλάδα;

Υπάρχει ελάχιστη δημοσιότητα για το θέμα στην Ελλάδα. Tα πολιτικά κόμματα, οι φορείς και το Κοινοβούλιο δεν φαίνεται να έχουν αντιληφθεί την σημασία της. ΟΙ προηγούμενοι ευρωβουλευτές έχοντας συμμετάσχει στις ευρωπαϊκές διαδικασίες ήταν πολύ ενημερωμένοι αλλά κανένα από τα ελληνικά κόμματα δεν ενδιαφέρθηκε για τη γνώμη τους. Το θέμα αυτό συνδέεται και με το αναπτυξιακό μοντέλο που προωθείται σταδιακά στη χώρα μας με δικαιολογία την κρίση και την ανάγκη «επιστροφής στην ανάπτυξη» μέσω της διαμόρφωσης κατάλληλου «κλίματος» για τους επενδυτές. Δεν είναι τυχαίο που αντιπροσωπεία βουλευτών από τον Καναδά επισκέφθηκε πριν από λίγους μήνες τη χώρας μας και είχε συνάντηση με έλληνες βουλευτές και ευρωβουλευτές και μεταξύ των ενδιαφερόντων τους ήταν και μια ανάλογη διαπραγμάτευση μεταξύ Καναδά και ΕΕ (Δείτε σχετική ανακοίνωσή μου ως ευρωβουλευτής τότε των Πράσινων, στο www.chrysogelos.grγια τα θέματα που έθεσα στην συνάντηση με τους Καναδούς βουλευτές και αφορούσαν στην –παρόμοια - υπό εξέλιξη διαπραγμάτευση μεταξύ Καναδά και ΕΕ (CETA).

Γιατί είναι σημαντική η «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων»;

Οι διαπραγματεύσεις για την «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» (Transatlantic ΤradeandInvestmentPartnership) δεν αφορούν σε μια απλή, παραδοσιακή εμπορική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και ΕΕ αλλά σε μια συμφωνία που θέτει το «γενικό πλαίσιο», τους κανόνες, μιας μακροχρόνιας και δεσμευτικής διμερούς συμφωνίας, που θα δεσμεύσει όλα τα Κράτη – Μέλη της ΕΕ. Παρά τη σημασία της, όμως, αντιμετωπίζεται μέχρι σήμερα ως μια εμπορική συνεργασία, και κατά συνέπεια τίθενται περιορισμοί στην ενημέρωση, στην πρόσβαση στις πληροφορίες για τις διαπραγματεύσεις, ενώ τα ντοκουμέντα που χρησιμοποιούνται στις διαπραγματεύσεις δεν δίνονται στη δημοσιότητα, ούτε καν στους ευρωβουλευτές και βουλευτές. Αφορά «εμπορικά μυστικά», προβάλλουν ως επιχείρημα οι οπαδοί της «μυστικότητας» των συνομιλιών.

Η «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» είναι μια συμφωνία που θα επηρεάσει όχι μόνο επιμέρους τομείς (γεωργία-κτηνοτροφία, βιομηχανικά και πολιτιστικά προϊόντα, χημικά κα) αλλά κυρίως τις αγορές και τους κανόνες των αγορών. Οι διοργανωτές της καμπάνιας «STOPTTIP”  υποστηρίζουν ότι «η Συμφωνία αυτή προετοιμάζεται εδώ και 20 χρόνια υπό την πίεση των μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού που προσπαθούν να επιβάλουν το άνοιγμα των αγορών σε βάρος της προστασίας του καταναλωτή, της διατροφικής ασφάλειας, των περιβαλλοντικών κανόνων, των σημαντικών κοινωνικών προτύπων, των κανόνων για τη χρήση τοξικών προϊόντων ή κανονισμών για την ασφάλεια των τραπεζικών συναλλαγών». Είχε προηγηθεί η προσπάθεια προώθησης μέσα από μυστικές διαπραγματεύσεις 1995-1998 της «Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις -MultilateralAgreementonInvestment (MAI)» [4], οι διαπραγματεύσεις όμως  εκείνες κατέρρευσαν κάτω από την πίεση ενός ισχυρού κινήματος πολιτών.
Η Συμφωνία θα αλλάξει, μεταξύ άλλων, και τις δημόσιες προμήθειες για υπηρεσίες και αγαθά, μια και οι «προσκλήσεις ενδιαφέροντος για δημόσιες υπηρεσίες» θα πρέπει να ανοίξουν στις μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ένας στόχος που βρίσκει ενθουσιώδη υποστήριξη από την συντηρητική κυβέρνηση της Βρετανίας.

Εναρμόνιση κανόνων και κανονισμών

Με δεδομένο ότι οι δασμοί μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ είναι ήδη χαμηλοί (κατά μέσο όρο 4 %), η προσοχή των διαπραγματεύσεων επικεντρώνεται στην άρση των επονομαζόμενων «Μη Δασμολογικών Φραγμών ή ΜΔΦ» που είναι αποτέλεσμα των διαφορών στους κανονισμούς και τα πρότυπα και αφορούν στην εγγύηση της ασφάλειας και της προστασίας των καταναλωτών, και του περιβάλλοντος. Εκεί όμως βρίσκεται και το μεγαλύτερο πρόβλημα της όποιας συμφωνίας. Θα εναρμονιστούν οι κανόνες και οι διαδικασίες για να βελτιωθούν η ασφάλεια του καταναλωτή και η προστασία του περιβάλλοντος αλλά και η ασφάλεια, υγιεινή και προστασία των εργαζομένων ή θα «χαλαρώσουν» οι προδιαγραφές προς όφελος της «εναρμόνισης»;

Λόγω πολιτικής κουλτούρας σπάνια υπάρχουν κανονισμοί που απαγορεύουν ή περιορίζουν κάτι στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, στην ΕΕ υπάρχει μια πολιτική που βασίζεται σε υιοθέτηση νομοθεσιών και κανονισμών για την προστασία του περιβάλλοντος και των δικαιωμάτων. Πώς λοιπόν θα υπάρξει εναρμόνιση χωρίς να περιοριστεί η προστασία των καταναλωτών και του περιβάλλοντος;

Στις ΗΠΑ για παράδειγμα αναγνωρίζονται μόνο ελάχιστα από τα δικαιώματα των εργαζομένων, για παράδειγμα από τα 8 βασικά στάνταρτς εργασίας που έχει υιοθετήσει η Διεθνής Οργάνωση Εργασίας (I.L.0), στις ΗΠΑ εφαρμόζονται μόνο τα δύο. Είναι λοιπόν πιθανό σε τομείς όπως η γεωργία και η βιομηχανία ηλεκτρικής ενέργειας να χαθούν στην Ευρώπη πολλές χιλιάδες θέσεις εργασίας.

Η Συμφωνία επικεντρώνει επίσης σε θέματα «ιδιωτικοποιήσεων και φιλελευθεροποίησης» σημαντικών τομέων, κάτι που επίσης μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας.

Η Κομισιόν ισχυρίζεται επισήμως ότι δεν πρόκειται να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης η νομοθεσία προστασίας των καταναλωτών και του περιβάλλοντος. Αυτό όμως είναι η μισή αλήθεια. Πολλές ρυθμίσεις μπορούν να υπερκεραστούν μέσω της εμπορικής συμφωνίας και όχι μέσω της αλλαγής της νομοθεσίας. Σήμερα για παράδειγμα στον τομέα της γεωργίας, στις ΗΠΑ «η φυτοϋγειονομική νομοθεσία απαγορεύει τα ευρωπαϊκά μήλα, ενώ οι κανόνες για την ασφάλεια των τροφίμων καθιστούν παράνομη την εισαγωγή πολλών ευρωπαϊκών τυριών στις ΗΠΑ». Πώς μπορεί να αλλάξει αυτό;

Το πιο βαρύ πλήγμα θα υποστεί η «αρχή της πρόληψης» που ισχύει – τουλάχιστον στα χαρτιά - στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η πρόσφατη νομοθεσία, πχ REACH, επιδιώκει σημαντικές αλλαγές σε σχέση με τα χημικά αλλά και άλλα προϊόντα που πρέπει πλέον να αποδεικνύουν ότι δεν είναι επιβλαβή για να πάρουν έγκριση κυκλοφορίας. Στις ΗΠΑ ισχύει το ακριβώς αντίθετο. Ένα προϊόν βγαίνει από την αγορά μόνο αν αποδειχτεί ότι είναι επικίνδυνο. Πώς μπορεί να υπάρξει εναρμόνιση μεταξύ αυτών των δύο αντίθετων πρακτικών και πολιτικών; Ορισμένες ευρωπαϊκές εταιρίες θα μπορούσαν να πάρουν λοιπόν άδεια για την κυκλοφορία του (πιθανά επικίνδυνου) προϊόντος τους στις ΗΠΑ και μετά να το εισάγουν και στην ΕΕ.

Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η αλλαγή στην αντιμετώπιση των χημικών που επηρεάζουν την παραγωγή ορμονών, οι λεγόμενοι ενδοκρινικοί διαταράκτες - Endocrine-disruptingchemicals[5]. Είναι χιλιάδες ουσίες που περιέχονται από τα πλαστικά και τα καλλυντικά μέχρι τα φυτοφάρμακα και παραπροϊόντα της βιομηχανικής παραγωγής και έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, ότι μιμούνται τις ορμόνες και παρεμβαίνουν στο ορμονικό σύστημα των ανθρώπων αλλά και των ζώων, και προκαλούν διαταραχή στις ορμόνες, στη γνωστική διαδικασία των παιδιών, διαταραχή της γονιμότητας, νεοπλασίες, καρκίνους αλλά και δημιουργία των λεγόμενων «συγγενών ανωμαλιών» που καταγράφουν απειλές για τη υγεία του εμβρύου, ακόμα και στην ενήλικη ζωή του [6].

Η Κομισιόν είχε περιλάβει στο πρόγραμμα δράσης της για το 2013 πρωτοβουλία για τα χημικά αυτά, ιδιαίτερα όταν περιέχονται σε καλλυντικά ή φυτοφάρμακα, αλλά την ανέβαλε με την δικαιολογία ότι «υπάρχει διχογνωμία μεταξύ των επιστημόνων».  Αντιθέτως, ξεκίνησε σε συνεργασία με τις ΗΠΑ και στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για την ΤΤΙΡ ένα «πιλοτικό πρόγραμμα εναρμόνισης των προσεγγίσεων σε σχέση με τους ενδοκρινικούς διαταράκτες» καθώς και «δυο άλλα πιλοτικά προγράμματα στο οποίο συμμετέχουν σχετικές βιομηχανίες των ΗΠΑ και της ΕΕ με στόχο την εναρμόνιση των προσεγγίσεων σχετικά με τα χημικά» [7].  Μάλιστα τον Ιούνιο 2014 λίγο πριν τον 6ο γύρο των διαπραγματεύσεων για την ΤΤΙΡ η Κομισιόν δημοσίευσε έναν «οδικό χάρτη» που ανατρέπει τον αρχικό σχεδιασμό για περιορισμό και απαγορεύσεις των επικίνδυνων αυτών χημικών και υιοθετεί την λογική της συνέχισης της χρήσης των ενδοκρινικών διαταρακτών εφόσον ακολουθούνται συγκεκριμένα βήματα και μέτρα προστασίας, μια πολιτική συμβατή με την αμερικάνικη προσέγγιση.

Οι εταιρίες φυτοφαρμάκων και από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού ζητάνε «την προστασία των καλλιεργειών» και αντιδρούν έντονα στην «αρχή της πρόληψής». Κατηγορούν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ότι «η κατηγοριοποίηση των χημικών ως ενδοκρινικοί διαταράκτες είναι εξόχως προβληματική» και «σε πλήρη αντίθεση με την επιστημονική αρχή της «προσέγγισης της ανάλυσης κινδύνου»  (riskassessmentapproach), που χρησιμοποιείται από την Υπηρεσία Προστασίας Περιβάλλοντος των ΗΠΑ.  

Σε έναν άλλο τομέα, αυτό των γενετικά τροποποιημένων (μεταλλαγμένων) και της κλωνοποίησης, που σχετίζεται με τη διατροφική ασφάλεια και την προστασία της υγείας και των καταναλωτών, υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές στις προωθούμενες πολιτικές.  Στις ΗΠΑ προωθείται τόσο η καλλιέργεια γενετικά τροποποιημένων οργανισμών όσο και η κλωνοποίηση για την παραγωγή ζώων προς κατανάλωση. Στην ΕΕ δεν επιτρέπεται σε γενικές γραμμές η κατανάλωση γενετικά τροποποιημένων προϊόντων ή προϊόντων από κλωνοποιημένα ζώα ή απογόνους κλωνοποιημένων ζώων.

Στο τέλος της θητείας μου ως ευρωβουλευτής των Πράσινων, έγινα και εγώ μάρτυρας της μεγάλης πίεση από τις ΗΠΑ για την εισαγωγή ζώων που προέρχονται από απογόνους κλωνοποιημένων ζώων, ενώ είναι γνωστός ο πόλεμος για τις αυξητικές ορμόνες βοοειδών που χρησιμοποιούν οι αμερικανοί παραγωγοί αλλά δεν επιτρέπονται στην ΕΕ. Στις ΗΠΑ δεν ισχύει κάποιο σύστημα πιστοποίησης που ενημερώνει τους καταναλωτές ότι ένα κρέας προέρχεται από κλωνοποιημένα ζώα ή απογόνους κλωνοποιημένων ζώων.

«Κατάργηση της γραφειοκρατίας» μπορεί λοιπόν να σημαίνει, για παράδειγμα, εισαγωγή στην ΕΕ κρέατος που προέρχεται από κλωνοποιημένα ζώα ή απογόνους τους χωρίς να υπάρχει καν σήμανση για κάτι τέτοιο ή κυκλοφορία χημικών που προκαλούν ενδοκρινική διαταραχή.

Οι υποστηρικτές της Συμφωνίας ισχυρίζονται ότι «το 80 % των οικονομικών οφελών της TTIP θα προέλθει από τη μείωση των δαπανών που επιβάλλονται από τη γραφειοκρατία και τους κανονισμούς και από την ελευθέρωση των εμπορικών συναλλαγών στον τομέα της παροχής υπηρεσιών και κρατικών προμηθειών» [8]. Συχνά, όμως, η άρση της γραφειοκρατίας σημαίνει μείωση των προδιαγραφών και της προστασίας, όπως καλά ξέρουμε τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες.

Πάνω από όλα τα δικαιώματα του επενδυτή

Μέσα από την ΤΤΙΡ μπορεί να επικρατήσει και το λεγόμενο «δίκαιο του επενδυτή» (Investor-statedisputesettlement - ISDS), η ανεξέλεγκτη αγορά πάνω από όλα, δηλαδή η δυνατότητα των επενδυτών να προσφεύγουν σε διεθνή δικαστήρια εναντίον των πολιτών, της αυτοδιοίκησης ή και κρατών μελών όταν κρίνουν ότι εμποδίζουν την επένδυσή τους. Αν ένα κοινοβούλιο, για παράδειγμα, υιοθετήσει ένα νόμο ο οποίος επηρεάζει μια επένδυση, όπως για παράδειγμα αυτή στη Χαλκιδική για εξόρυξη χρυσού, ο επενδυτής μπορεί να προσφεύγει σε διεθνή δικαστήρια και όχι σε κάποιο εθνικό δικαστήριο, με βάση το εμπορικό δίκαιο και όχι το περιβαλλοντικό δίκαιο. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο διάφορα λόμπυ μπορούν να επηρεάζουν τη λήψη αποφάσεων επισείοντας την απειλή προσφυγής σε διεθνές δικαστήριο για εμπορικές υποθέσεις. Μεγάλες εταιρίες μπορεί να πληρώνουν στρατό από δικηγόρους που ειδικεύονται σε παρόμοιες υποθέσεις, αλλά μικρές χώρες και ιδιαίτερα τοπικές κοινωνίες είναι αδύνατο να αντιμετωπίσουν παρόμοιες προσφυγές που θα οδηγήσουν σε απώλεια του δημοκρατικού ελέγχου.

Το θέμα αυτό ήταν μεταξύ των ερωτήσεων που κατέθεσαν οι Πράσινοι ευρωβουλευτές προς τον υποψήφιο Επίτροπο κTimmermans.

Η πρώτη προσπάθεια επιβολής του «δικαίου του επενδυτή» πάνω στις αποφάσεις εκλεγμένων κυβερνήσεων ή κοινοβουλίων οδήγησε στην απόρριψη της «Πολυμερούς Συμφωνίας για τις Επενδύσεις -MultilateralAgreementonInvestment (MAI)». Φαίνεται όμως ότι μεγάλες επιχειρήσεις προσπαθούν τώρα να επαναφέρουν το θέμα μέσω της ΤΤΙΡ, δηλαδή να ιδιωτικοποιήσουν τη δικαιοσύνη και να επιβάλουν τους δικούς τους όρους και κανόνες στο νομοθετικό έργο, στη διαμόρφωση κανόνων και κανονισμών.  Το τραγικό είναι ότι οι κυβερνήσεις έχουν προσκαλέσει ως συνομιλητές στις διαπραγματεύσεις για την «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» εκπροσώπους μεγάλων επιχειρήσεων ενώ έχουν αποκλείσει από αυτές τα κοινοβούλια και εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών.

Παρόμοιες μεμονωμένες υποθέσεις έχουν υπάρξει ήδη με μεγάλες επιχειρήσεις να απαιτούν αποζημιώσεις πολλών εκατομμυρίων ή και δισεκατομμυρίων. Μια τέτοια είναι η υπόθεση  η απαίτηση της ενεργειακής βιομηχανίας Vattenfall που απαίτησε από την ομοσπονδιακή κυβέρνησης της Γερμανίας αποζημίωση ύψους  3.7 δις ευρώ για την απόφασή της να κλείσει δυο πυρηνικές εγκαταστάσεις στο πλαίσιο του προγράμματος σταδιακής εξόδου από την πυρηνική ενέργεια. Παρόμοιες διεκδικήσεις θα γενικευτούν από «ξένους επενδυτές» εφόσον υιοθετηθεί το «δίκαιο του επενδυτή» (Investor-statedisputesettlement - ISDS), και θα δημιουργηθεί έτσι ένα πλαίσιο άδικων σχέσεων και διαφορετικού δικαστικού καθεστώτος μεταξύ ντόπιων και ξέων επενδυτών, αφού η ρύθμιση προβλέπεται να ισχύει μόνο για τους «ξένους επενδυτές» που θα μπορούν να επιβάλουν τις επιλογές τους σε βάρος κρατών και κοινωνιών.

Στο πλαίσιο της Συμφωνίας  προβλέπεται να προσκαλούνται από τις κυβερνήσεις ομάδες μεγάλων επιχειρήσεων για να συζητούν μαζί τους την διαμόρφωση της νομοθεσίας που μπορεί να τις αφορά στο πλαίσιο της λεγόμενης «“regulatorycooperation”. Η συμμετοχή των εκπροσώπων των μεγάλων επιχειρήσεων μπορεί να αφορά σε ομάδες εργασίας ειδικών που προετοιμάζουν μια νομοθεσία, ακόμα και πριν αυτή συζητηθεί στα κοινοβούλια. Η διαδικασία υποβαθμίζει το δημοκρατικό σύστημα μέσω μιας συμφωνίας εμπορίου και επενδύσεων!

Μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των πραγμάτων

Η ομάδα που συντονίζει την ευρωπαϊκή καμπάνια, μέσω της γερμανικής οργάνωσης «Περισσότερη Δημοκρατία» έχει ζητήσει μια ανεξάρτητη νομική γνωμοδότηση, που εξετάζει την νομιμότητα της διαδικασίας που είναι σε εξέλιξη καθώς και την τεκμηρίωση της συγκρότησης της «Ευρωπαϊκής Πρωτοβουλίας Πολιτών STOPTTIP”. [9]

Με βάση και την «αρχή της πρόληψης» είναι καλύτερο να αποφύγουμε μια κακή συμφωνία, όπως όλα δείχνουν, και γι’ αυτό συμμετέχουμε στις 11 Οκτωβρίου, στην Μέρα Δράσης για να σταματήσει η διαπραγμάτευση για την «Διατλαντική Συμφωνία Εμπορίου και Επενδύσεων» [10] . Στην κινητοποίηση συμμετέχουν ενεργά πολιτικά κόμματα, όπως οι Πράσινοι, συνδικάτα, αγρότες, κοινωνικές οργανώσει από όλη της Ευρώπη.

Παραπομπές:
1.   http://ec.europa.eu/trade/policy/in-focus/ttip/questions-and-answers/index_el.htm
2.   http://stop-ttip.org/wp-content/uploads/2014/08/ECI-Partner-List_0827.pdf καθώς και www.stop-ttip.org/members
3.    stop-ttip.org/more-about-the-eci/
4.    http://www.oecd.org/daf/mai/
5.    http://en.wikipedia.org/wiki/Endocrine_disruptor
6.    http://www2.keelpno.gr/blog/?p=2853
 7.http://insidetrade.com/index.php?option=com_user&view=login&return=aHR0cDovL2luc2lkZXRyYWRlLmNvbS9JbnNpZGUtVVMtVHJhZGUvSW5zaWRlLVUuUy4tVHJhZGUtMDgvMDgvMjAxNC9uZXctdHRpcC1waWxvdC1wcm9ncmFtcy1zaG93LWNoZW1pY2FsLWluZHVzdHJ5LWlkZWFzLWdhaW5pbmctdHJhY3Rpb24vbWVudS1pZC03MTAuaHRtbA==
8.      http://trade.ec.europa.eu/doclib/cfm/doclib_results.cfm?docId=150737
9.      www.stop-ttip.org/legal-opinion
10.  http://www.stop-ttip-ceta-tisa.eu/en/
      http://www.ttip2014.eu/event/event/o11doa.html
      https://www.facebook.com/stopttiptafta
      Twitter: @o11DoA #o11DoA

Πηγή: tvxs.gr
Η εμμονή των ανθρώπινων κοινωνιών στα ορυκτά καύσιμα και στο πετρέλαιο, οδηγεί αυτούς τους πόρους και ιδίως το πετρέλαιο σε έλλειψη και σπανιότητα. Το γεγονός αυτό δίνει στο πετρέλαιο τον ρόλο που είχε μέχρι πρότινος ο χρυσός(είναι ο μαύρος χρυσός), να αποτελεί δηλαδή αντίκρισμα όσον αφορά στη νομισματική πολιτική του παγκόσμιου νομίσματος, που υπάρχει και είναι το δολάριο, ενώ δεν υπάρχει παγκόσμια κυβέρνηση.

Παράλληλα, οι απορυθμίσεις που κατάφερε η παγκοσμιοποίηση έχουν οδηγήσει σε ένα χαοτικό κόσμο, όπου οι παγκόσμιοι υποτίθεται οργανισμοί(όπως π.χ. ο ΟΗΕ) δεν μπορούν να εκφράζουν συνολικά την παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα, αφού είναι οργανισμοί που κυριαρχούνται από την παγκόσμια οικονομική και πολιτική ελίτ . Το χάος στις διεθνείς σχέσεις ευνοεί ακριβώς την ηγέτιδα χώρα στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης, τις ΗΠΑ. Και αυτό εξηγείται.

Όσο περισσότερο πετρέλαιο χρειάζεται αυτός ο χαοτικός κόσμος, τόσο ανεβαίνει η τιμή του. Τόσα περισσότερα δολάρια θέτει σε κυκλοφορία η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ(Fed). Και αυτό χωρίς το φόβο για πληθωριστικό χρήμα και μείωση της αξίας του δολαρίου. Πως επιτυγχάνεται αυτό;
Επειδή το δολάριο έχει επικρατήσει σαν παγκόσμιο νόμισμα, είναι και  το νόμισμα (κατά κύριο λόγο), στο οποίο γίνονται και οι συναλλαγές μεταξύ των παραγωγών του πετρελαίου και των καταναλωτών του. Αυτό οδηγεί και στο γεγονός ότι η αμερικάνικη ελίτ  εξασφαλίζει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τη χρηματοδότηση των εξόδων που απαιτούνται από τη μεριά της για να συνεχίζει την ηγεμονία της στον υπόλοιπο κόσμο και στις άλλες τοπικές ελίτ, διεξάγοντας ακόμα και πολέμους. Η διαδικασία για αυτό είναι η παρακάτω:

Για να χρηματοδοτεί τα δημόσια –καλύτερα κρατικά-έξοδα και μαζί με αυτά και τα έξοδα των πολέμων που διεξάγει, το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ εκδίδει  κρατικά ομόλογα. Στη συνέχεια δίνει αυτά τα ομόλογα στην κεντρική τράπεζα Fed και αυτή με τη σειρά της εκδίδει νέα φρέσκα δολάρια τα οποία δίνει πίσω στο υπουργείο οικονομικών. Τα κρατικά αυτά ομόλογα που έχει στα χέρια της η Fed δεν τα κρατά στις θυρίδες της, αλλά τα «βγάζει βόλτα» στη διεθνή αγορά ομολόγων, με διάφορες μορφές. Έτσι εξασφαλίζει νέα κεφάλαια για την αμερικάνικη πραγματική οικονομία, από όλον τον άλλο κόσμο.

Το 2012 π.χ. το εισερχόμενο με αυτό τον τρόπο νέο κεφάλαιο στη χώρα αντιπροσώπευσε το 7,9% του ΑΕΠ της. Παρόλο το χρόνιο πρόβλημα -εδώ και 17 χρόνια- του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου που έχει η χώρα με τον υπόλοιπο κόσμο, ρέει εντούτοις προς τη χώρα το περίσσευμα του χρηματικού κεφαλαίου από όλο τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια αυτή η ροή είναι της τάξης του ενός τρις δολάρια το χρόνο. Το αποτέλεσμα αυτό της λειτουργίας των παγκόσμιων αγορών κεφαλαίου την κάνει να είναι σε θέση να διατηρεί ακόμα την ηγετική της θέση στην παγκόσμια οικονομία και να διεξάγει ευθέως ή να ενισχύει εμμέσως τοπικούς πολέμους

Το νόμισμα αναφοράς είναι πάντα ένα μονοπωλιακό προνόμιο για τη χώρα προέλευσης. Την εποχή του κανόνα του χρυσού, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν ακόμη υποχρεωμένη ανά πάσα στιγμή  να ανταλλάσσει τα αποθέματα δολαρίων  των άλλων χωρών έναντι χρυσού. Με αυτό τον τρόπο υπήρχαν από το σύστημα των ανταλλαγών εμπόδια στην μονοπωλιακή κατάχρηση. Δεν υπάρχουν πλέον αυτά τα εμπόδια. Τώρα που στην ουσία έχουμε τον «κανόνα του μαύρου χρυσού», οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πια καμιά νομική υποχρέωση απέναντι των κατόχων των δολαρίων τους. Και το κακό είναι – δυστυχώς αυτό συχνά παραβλέπεται - ότι αυτό το μονοπώλιο εμπεριέχει από μόνο του δικτατορικές δομές και δυνατότητες άσκησης βίας.

Στο σημερινό σύστημα, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το εμπόριο πετρελαίου διεξάγεται σε δολάρια. Αυτό προϋποθέτει ότι οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες, είτε ηθελημένα, είτε αναγκαστικά, θα πρέπει να  πωλούν το πετρέλαιό τους σε δολάρια. Η αλλαγή των καθεστώτων στο Ιράκ , στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, η πυρηνική διαμάχη με το Ιράν, καθώς και το ακριβό παγκόσμιο δίκτυο των στρατιωτικών βάσεων, είναι μέρος της στρατηγικής της αμερικανικής ελίτ για την υπεράσπιση του δολαρίου της . Αδύναμα πετρελαιοπαραγωγά κράτη, όπως το Ιράκ ή η Λιβύη, τα οποία βρίσκονται τώρα σε εμφύλιο πόλεμο, είναι δύσκολο να αρνηθούν την πώληση του πετρελαίου σε δολάρια. Θα μπορούσε ακόμη να ισχυρισθεί κανείς ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των στρατιωτικών δαπανών και των πολέμων των Ηνωμένων Πολιτειών, με το εθνικό χρέος των ΗΠΑ και την αναχρηματοδότησή του  στη βάση της στήριξης του δολαρίου από την απρόσκοπτη ροή του «μαύρου χρυσού». Και αυτό δεν θα ήταν θεωρία «συνωμοσίας», αλλά αποτέλεσμα εμπεριστατωμένης ανάλυσης των στοιχείων.

Η όλη ιστορία δεν αφορά φυσικά μόνο στην χρηματοδότηση των πολεμικών-στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ, που επιμένουν  στην στρατιωτική τους υπεροχή σαν μέσο για την επιβολή της ηγεμονίας τους, αλλά και στη στήριξη των επενδύσεων της διεθνούς ελίτ στο σύμπλεγμα των πολυεθνικών των ορυκτών καυσίμων, στη παγκόσμια στρατιωτική βιομηχανία και στο εμπόριο όπλων στις εμπόλεμες περιοχές για την πραγματοποίηση αμύθητων κερδών.

Για να ξεφύγουν από αυτή την ηγεμονία της αμερικάνικης ελίτ, οι αντίστοιχες ελίτ της Κίνας, Ρωσίας αλλά και των υπόλοιπων χωρών-των λεγόμενων BRICS-έχουν βάλει στόχο να δημιουργήσουν άλλο παγκόσμιο νόμισμα. Έχουν ξεκινήσει από τις μεταξύ τους συναλλαγές προς το παρόν. Στην τελευταία π.χ. συμφωνία της Ρωσίας για την αγορά των υδρογονανθράκων της από την Κίνα, το νόμισμα των συναλλαγών θα είναι το ρούβλι και όχι το δολάριο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Κίνα έχει πολύ μεγάλα αποθέματα σε δολάρια και δεν θα ήθελε να χάσει την αξία του το δολάριο, προς το παρόν τουλάχιστον.
 
Άρα: Όσο οι κοινωνίες και «οι από κάτω» τους δέχονται σαν κινητήρα τα ορυκτά καύσιμα, τόσο θα χρηματοδοτούν οι ίδιοι τον έλεγχό τους από τις κάθε είδους ελίτ και τον πόλεμο εναντίον τους
Όταν μιλάμε λοιπόν για από-ανάπτυξη, για αποκαπιταλιστικοποίηση των οικονομικών σχέσεων, για απογαλακτοποίηση από τα ορυκτά καύσιμα και το πετρέλαιο, για εξοικονόμηση ενέργειας και στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για αποκατάσταση των καταστραμμένων περιοχών, για δίκαιη και ισοκατανομή πόρων και εξουσιών, για δημοκρατία και αυτοκυβέρνηση των κοινωνιών κ.λπ., στην ουσία μιλάμε και για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των ανθρώπινων κοινοτήτων και την αποφυγή πολεμικών συρράξεων. Με τα σημερινά δεδομένα μιλάμε και για απαλλαγή από την ηγεμονία της παγκόσμιας οικονομικοπολιτικής ελίτ και πιο συγκεκριμένα από την αμερικανική. 

Πηγή: tvxs.gr

Ο υπόλοιπος κόσμος χρηματοδοτεί τους πολέμους και την ηγεμονία των ΗΠΑ, του Γιώργου Κολέμπα

Η εμμονή των ανθρώπινων κοινωνιών στα ορυκτά καύσιμα και στο πετρέλαιο, οδηγεί αυτούς τους πόρους και ιδίως το πετρέλαιο σε έλλειψη και σπανιότητα. Το γεγονός αυτό δίνει στο πετρέλαιο τον ρόλο που είχε μέχρι πρότινος ο χρυσός(είναι ο μαύρος χρυσός), να αποτελεί δηλαδή αντίκρισμα όσον αφορά στη νομισματική πολιτική του παγκόσμιου νομίσματος, που υπάρχει και είναι το δολάριο, ενώ δεν υπάρχει παγκόσμια κυβέρνηση.

Παράλληλα, οι απορυθμίσεις που κατάφερε η παγκοσμιοποίηση έχουν οδηγήσει σε ένα χαοτικό κόσμο, όπου οι παγκόσμιοι υποτίθεται οργανισμοί(όπως π.χ. ο ΟΗΕ) δεν μπορούν να εκφράζουν συνολικά την παγκόσμια ανθρώπινη κοινότητα, αφού είναι οργανισμοί που κυριαρχούνται από την παγκόσμια οικονομική και πολιτική ελίτ . Το χάος στις διεθνείς σχέσεις ευνοεί ακριβώς την ηγέτιδα χώρα στη διαδικασία παγκοσμιοποίησης του δυτικού μοντέλου ανάπτυξης, τις ΗΠΑ. Και αυτό εξηγείται.

Όσο περισσότερο πετρέλαιο χρειάζεται αυτός ο χαοτικός κόσμος, τόσο ανεβαίνει η τιμή του. Τόσα περισσότερα δολάρια θέτει σε κυκλοφορία η Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ(Fed). Και αυτό χωρίς το φόβο για πληθωριστικό χρήμα και μείωση της αξίας του δολαρίου. Πως επιτυγχάνεται αυτό;
Επειδή το δολάριο έχει επικρατήσει σαν παγκόσμιο νόμισμα, είναι και  το νόμισμα (κατά κύριο λόγο), στο οποίο γίνονται και οι συναλλαγές μεταξύ των παραγωγών του πετρελαίου και των καταναλωτών του. Αυτό οδηγεί και στο γεγονός ότι η αμερικάνικη ελίτ  εξασφαλίζει χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία τη χρηματοδότηση των εξόδων που απαιτούνται από τη μεριά της για να συνεχίζει την ηγεμονία της στον υπόλοιπο κόσμο και στις άλλες τοπικές ελίτ, διεξάγοντας ακόμα και πολέμους. Η διαδικασία για αυτό είναι η παρακάτω:

Για να χρηματοδοτεί τα δημόσια –καλύτερα κρατικά-έξοδα και μαζί με αυτά και τα έξοδα των πολέμων που διεξάγει, το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ εκδίδει  κρατικά ομόλογα. Στη συνέχεια δίνει αυτά τα ομόλογα στην κεντρική τράπεζα Fed και αυτή με τη σειρά της εκδίδει νέα φρέσκα δολάρια τα οποία δίνει πίσω στο υπουργείο οικονομικών. Τα κρατικά αυτά ομόλογα που έχει στα χέρια της η Fed δεν τα κρατά στις θυρίδες της, αλλά τα «βγάζει βόλτα» στη διεθνή αγορά ομολόγων, με διάφορες μορφές. Έτσι εξασφαλίζει νέα κεφάλαια για την αμερικάνικη πραγματική οικονομία, από όλον τον άλλο κόσμο.

Το 2012 π.χ. το εισερχόμενο με αυτό τον τρόπο νέο κεφάλαιο στη χώρα αντιπροσώπευσε το 7,9% του ΑΕΠ της. Παρόλο το χρόνιο πρόβλημα -εδώ και 17 χρόνια- του αρνητικού εμπορικού ισοζυγίου που έχει η χώρα με τον υπόλοιπο κόσμο, ρέει εντούτοις προς τη χώρα το περίσσευμα του χρηματικού κεφαλαίου από όλο τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια αυτή η ροή είναι της τάξης του ενός τρις δολάρια το χρόνο. Το αποτέλεσμα αυτό της λειτουργίας των παγκόσμιων αγορών κεφαλαίου την κάνει να είναι σε θέση να διατηρεί ακόμα την ηγετική της θέση στην παγκόσμια οικονομία και να διεξάγει ευθέως ή να ενισχύει εμμέσως τοπικούς πολέμους

Το νόμισμα αναφοράς είναι πάντα ένα μονοπωλιακό προνόμιο για τη χώρα προέλευσης. Την εποχή του κανόνα του χρυσού, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν ακόμη υποχρεωμένη ανά πάσα στιγμή  να ανταλλάσσει τα αποθέματα δολαρίων  των άλλων χωρών έναντι χρυσού. Με αυτό τον τρόπο υπήρχαν από το σύστημα των ανταλλαγών εμπόδια στην μονοπωλιακή κατάχρηση. Δεν υπάρχουν πλέον αυτά τα εμπόδια. Τώρα που στην ουσία έχουμε τον «κανόνα του μαύρου χρυσού», οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν πια καμιά νομική υποχρέωση απέναντι των κατόχων των δολαρίων τους. Και το κακό είναι – δυστυχώς αυτό συχνά παραβλέπεται - ότι αυτό το μονοπώλιο εμπεριέχει από μόνο του δικτατορικές δομές και δυνατότητες άσκησης βίας.

Στο σημερινό σύστημα, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι το εμπόριο πετρελαίου διεξάγεται σε δολάρια. Αυτό προϋποθέτει ότι οι πετρελαιοπαραγωγές χώρες, είτε ηθελημένα, είτε αναγκαστικά, θα πρέπει να  πωλούν το πετρέλαιό τους σε δολάρια. Η αλλαγή των καθεστώτων στο Ιράκ , στο Αφγανιστάν, στη Λιβύη, η πυρηνική διαμάχη με το Ιράν, καθώς και το ακριβό παγκόσμιο δίκτυο των στρατιωτικών βάσεων, είναι μέρος της στρατηγικής της αμερικανικής ελίτ για την υπεράσπιση του δολαρίου της . Αδύναμα πετρελαιοπαραγωγά κράτη, όπως το Ιράκ ή η Λιβύη, τα οποία βρίσκονται τώρα σε εμφύλιο πόλεμο, είναι δύσκολο να αρνηθούν την πώληση του πετρελαίου σε δολάρια. Θα μπορούσε ακόμη να ισχυρισθεί κανείς ότι υπάρχει άμεση σχέση μεταξύ των στρατιωτικών δαπανών και των πολέμων των Ηνωμένων Πολιτειών, με το εθνικό χρέος των ΗΠΑ και την αναχρηματοδότησή του  στη βάση της στήριξης του δολαρίου από την απρόσκοπτη ροή του «μαύρου χρυσού». Και αυτό δεν θα ήταν θεωρία «συνωμοσίας», αλλά αποτέλεσμα εμπεριστατωμένης ανάλυσης των στοιχείων.

Η όλη ιστορία δεν αφορά φυσικά μόνο στην χρηματοδότηση των πολεμικών-στρατιωτικών δαπανών των ΗΠΑ, που επιμένουν  στην στρατιωτική τους υπεροχή σαν μέσο για την επιβολή της ηγεμονίας τους, αλλά και στη στήριξη των επενδύσεων της διεθνούς ελίτ στο σύμπλεγμα των πολυεθνικών των ορυκτών καυσίμων, στη παγκόσμια στρατιωτική βιομηχανία και στο εμπόριο όπλων στις εμπόλεμες περιοχές για την πραγματοποίηση αμύθητων κερδών.

Για να ξεφύγουν από αυτή την ηγεμονία της αμερικάνικης ελίτ, οι αντίστοιχες ελίτ της Κίνας, Ρωσίας αλλά και των υπόλοιπων χωρών-των λεγόμενων BRICS-έχουν βάλει στόχο να δημιουργήσουν άλλο παγκόσμιο νόμισμα. Έχουν ξεκινήσει από τις μεταξύ τους συναλλαγές προς το παρόν. Στην τελευταία π.χ. συμφωνία της Ρωσίας για την αγορά των υδρογονανθράκων της από την Κίνα, το νόμισμα των συναλλαγών θα είναι το ρούβλι και όχι το δολάριο. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η Κίνα έχει πολύ μεγάλα αποθέματα σε δολάρια και δεν θα ήθελε να χάσει την αξία του το δολάριο, προς το παρόν τουλάχιστον.
 
Άρα: Όσο οι κοινωνίες και «οι από κάτω» τους δέχονται σαν κινητήρα τα ορυκτά καύσιμα, τόσο θα χρηματοδοτούν οι ίδιοι τον έλεγχό τους από τις κάθε είδους ελίτ και τον πόλεμο εναντίον τους
Όταν μιλάμε λοιπόν για από-ανάπτυξη, για αποκαπιταλιστικοποίηση των οικονομικών σχέσεων, για απογαλακτοποίηση από τα ορυκτά καύσιμα και το πετρέλαιο, για εξοικονόμηση ενέργειας και στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, για αποκατάσταση των καταστραμμένων περιοχών, για δίκαιη και ισοκατανομή πόρων και εξουσιών, για δημοκρατία και αυτοκυβέρνηση των κοινωνιών κ.λπ., στην ουσία μιλάμε και για ειρηνική διευθέτηση των διαφορών μεταξύ των ανθρώπινων κοινοτήτων και την αποφυγή πολεμικών συρράξεων. Με τα σημερινά δεδομένα μιλάμε και για απαλλαγή από την ηγεμονία της παγκόσμιας οικονομικοπολιτικής ελίτ και πιο συγκεκριμένα από την αμερικανική. 

Πηγή: tvxs.gr
Η τελευταία ελίτ της περιοχής που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για αυτήν το «Ισλαμικό Κράτος» είναι η τουρκική. Μέχρι πρότινος, προτού το ΙΣΙΣ στραφεί κατά των άλλων ισλαμικών ομάδων στη Συρία και γίνει κυρίαρχη αντιπολιτευτική δύναμη στο καθεστώς του κόμματος Μπάαθ του Μπασάρ αλ Άσαντ και στη συνέχεια κάνει την επέλαση στο Ιράκ, ήταν από κείνες που το ενίσχυαν στον εμφύλιο της Συρίας, επειδή ακριβώς στρεφόταν κατά του καθεστώτος του Άσαντ, το οποίο ήθελε και ο Ερντογάν-ο κύριος εκφραστής της- να ανατρέψει, ώστε να αναβαθμίσει τη θέση του στα ισλαμικά κινήματα της Μ. Ανατολής.

Όμως όταν συνέλαβαν οι Τζιχαντιστές και Τούρκους αιχμαλώτους στην περιοχή, άρχισε να αλλάζει στάση απέναντί τους, ιδίως από όταν κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο τα βίντεο με τους αποκεφαλισμούς δυτικών από αυτούς. Ώσπου να πετύχει την απελευθέρωσή τους κράτησε μια «μετριοπαθή» στάση. Στη συνέχεια άρχισε να τους καταγγέλλει, μέσω του Νταβούτογλου, αλλά παρόλες τις πιέσεις από τους δυτικούς-Αμερικανούς και Ευρωπαίους-δεν συμμετείχε στους βομβαρδισμούς του ΙΣΙΣ στο Ιράκ και τη Συρία στη συνέχεια. Γιατί;
Είναι εξηγήσιμη η στάση της: α) Στο Ιράκ γιατί τα όποια αποτελέσματα των βομβαρδισμών ενίσχυσαν τους Κούρδους του Ιράκ, που δεν παύουν να είναι ίδιος λαός με τους Κούρδους της Τουρκίας, παρόλο που η πολιτική της εξουσιαστικής κάστας τους διαφέρει από την πολιτική του ΡΚΚ, του κόμματος των Κούρδων της Τουρκίας, που εδώ και πολλές δεκαετίες διεξάγει απελευθερωτικό αγώνα για τις κούρδικες περιοχές της Τουρκίας(ο ηγέτης του Οτσαλάν βρίσκεται ακόμα στις τούρκικες φυλακές, αν και το τελευταίο διάστημα το ΡΚΚ έχει κάνει ανακωχή).β) Στη Συρία για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας είναι πάλι ο ίδιος, δηλαδή ότι θα ενισχυθούν οι Κούρδοι της Συρίας, των οποίων η βασική πολιτική οργάνωση είναι πιο κοντά πολιτικά με το ΡΚΚ της Τουρκίας και στον εμφύλιο της Συρίας πιο κοντά στο καθεστώς Ασαντ- το οποίο τους είχε παραχωρήσει μια σχετική αυτονομία- παρά στις ισλαμικές οργανώσεις. Ο άλλος γιατί αντικειμενικά οι βομβαρδισμοί των «προθύμων» ενάντια στο ΙΣΙΣ θα ενισχύσουν το καθεστώς Ασαντ. Γι αυτό διστάζει και στη χερσαία επέμβαση των τουρκικών δυνάμεων που έχουν συγκεντρωθεί στα σύνορα, παρόλο που πιέζεται όχι μόνο από τους Αμερικανούς, αλλά και από τους Κούρδους της Τουρκίας.  

Γενικά η τωρινή επέμβαση των Αμερικανών και της συμμαχίας τους από αέρος και η αυριανή πιθανή επέμβασή τους στο έδαφος, θα έχει σαν αποτέλεσμα την αναβάθμιση των Κούρδων σαν σύνολο στην περιοχή. Οι Κούρδοι του Ιράκ, της Συρίας και επομένως και της Τουρκίας είναι οι μόνοι που μπορούν να αντισταθούν στους Τζιχαντιστές και να τους αποτρέψουν από τον στόχο τους που είναι η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους σε όλη την περιοχή του Λεβάντε. Η ελίτ της Τουρκίας τρέμει στη σκέψη ότι οι Κούρδοι μπορεί να αναδειχθούν οι νικητές της αναμέτρησης και ότι το μελλοντικό ανεξάρτητο κράτος τους μπορεί να είναι η εναλλακτική των δυτικών προς το Ισλαμικό Κράτος στην αντίστοιχη περιοχή.

Το ποιος θα έχει τον έλεγχο της περιοχής του παλιού Λεβάντε, λόγω των σημαντικών ακόμα εναπομεινάντων αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων, είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για την αμερικάνικη και παγκόσμια ελίτ. Για αυτό και οι διαδοχικές πολεμικές επεμβάσεις της στο Ιράκ(πατέρας και υιός Μπους) κατά κύριο λόγο είχαν αυτό το σκοπό. Ο Σαντάμ είχε αρχίσει να ανεξαρτητοποιείται  από αυτόν τον ρόλο και να διαθέτει πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα εκτός του δολαρίου(π.χ. στο νέο τότε ευρώ), άρα έπρεπε να ανατραπεί. Το καθεστώς όμως που εγκατέστησαν οι Αμερικάνοι προτού αποσυρθούν(Μαλίκι) δεν τους «βγήκε» και δεν κατόρθωσε να παίξει τον ρόλο του τοποτηρητή, λόγω των αξεπέραστων αντιθέσεων στο εσωτερικό του.

Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για το ότι το καθεστώς Άσαντ στη Συρία δεν συνεργαζόταν για τον έλεγχο της περιοχής, αποφάσισε η διεθνής ελίτ να το ανατρέψει. Σε αυτή της την επιλογή θεώρησε ότι οι αντιπολιτευτικές ισλαμικές ομάδες-όντας αντίπαλοι του καθεστώτος Άσαντ- ήταν και οι σύμμαχοί της. Έτσι εκτός από τις φιλελεύθερες-και φιλικά προς τη δύση-πολιτικές αντιπολιτευτικές ομάδες του συριακού εμφυλίου, ενίσχυσε με κάθε τρόπο και τις ισλαμικές.

‘Όμως μεταξύ των ισλαμιστών άρχισε να παίρνουν δεσπόζουσα θέση οι τζιχαντιστές, που σιγά-σιγά στηριζόμενοι στα όπλα της δυτικής «βοήθειας», της οικονομικής βοήθειας των απανταχού σουνιτών, καθώς και στην σωματική και πνευματική βοήθεια των στρατευμένων στη δύση διεθνών ισλαμιστών(γνώστες της νέας τεχνολογίας και των δυνατοτήτων της ηλεκτρονικής επικοινωνίας), επικράτησαν στο στρατόπεδο των αντιπάλων του Άσαντ.

Δεν της βγήκε λοιπόν της διεθνούς ελίτ(και αυτή τη φορά του νομπελίστα της ειρήνης Ομπάμα) και στη Συρία ο σχεδιασμός της, με τον οποίο ήλπιζε ότι θα αντικαθιστούσε τον «παρία» Ασαντ με ένα φιλικά προσκείμενο φιλελεύθερο καθεστώς. Και όχι μόνο αυτό. Το ΙΣΙΣ νοιώθοντας ότι έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε δεσπόζουσα δύναμη σε όλη την περιοχή και όχι μόνο στη Συρία, προήλασε και στο Ιράκ-έχοντας συμμάχους τις αντιπολιτευόμενες στην κυβέρνηση Μαλίκι ομάδες, κύρια σουνιτικές- και ανακήρυξε το ισλαμικό κράτος του Λεβάντε, όχι μόνο για να εφαρμόσει τον «ισλαμικό νόμο», αλλά και να διακηρύξει σαν βασικό εχθρό του Ισλάμ, για μια άλλη φορά -όπως και Αλκάιντα στο παρελθόν-τους Αμερικανούς και γενικά τους δυτικούς.

Δεν της μένει πια άλλη επιλογή παρά να ηγηθεί και πάλι ενός πολέμου «των σταυροφόρων» στην περιοχή, στην αρχή από τον αέρα με τους βομβαρδισμούς και αν χρειασθεί στη συνέχεια και στο έδαφος με κατάλληλες στρατιωτικές μονάδες. Εκτός από την προσπάθεια της εκ νέου δημιουργίας εξωτερικής συμμαχίας των «προθύμων» για την στρατιωτική επέμβαση-στην οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να εντάξει και την Τουρκία, λόγω της εγγύτητάς της, αλλά και λόγω των δυνατοτήτων της σαν μέλος του ΝΑΤΟ-  προσπαθεί επίσης να δημιουργήσει και επί τόπου μια νέα συμμαχία από τις δυνάμεις της περιοχής.

Εδώ όμως υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις στις επί μέρους ελίτ. Η Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή ελίτ συμφωνούν ότι οι Κούρδοι που είναι διασπαρμένοι στο Ιράκ-Ιράν-Συρία-Τουρκία είναι η πιο σοβαρή δύναμη απέναντι στο Ισλαμικό Κράτος, όμως πιο κοντά στη δύση είναι οι Κούρδοι του Ιράκ. Η Τούρκικη ελίτ δε θέλει ούτε να ακούσει για αυτό, για τους λόγους που προαναφέραμε. Θα το δεχόταν μόνο αν είχε μια ουσιαστική διαβεβαίωση από τους Αμερικάνους και τους Ευρωπαίους ιθύνοντες, ότι το αποτέλεσμα της παρέμβασης δεν θα είναι ένα ανεξάρτητο Κουρδικό κράτος που θα ελέγχει την περιοχή. Μπορεί όμως να εμπιστευθεί μια τέτοια διαβεβαίωση; Ο Ερντογάν έχει δείξει ότι δεν πολυεμπιστεύεται τους δυτικούς. Μπορεί και πάλι να μην τους βγει ο σχεδιασμός τους, όπως δεν τους βγήκε και στο Ιράκ και στη Συρία. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η τούρκικη ελίτ ενδιαφέρεται σφόδρα να γίνει αυτή ο ηγέτης όλης της Μ.Ανατολής –για αυτό και η σύγκρουσή της με την σιωνιστική ελίτ του Ισραήλ. Στα σχέδιά της αυτά δεν ταιριάζει ούτε ένας αναβαθμισμένος Άσαντ, ούτε ένα κουρδικό ανεξάρτητο κράτος, έστω και στο Ιράκ, που στην ουσία υπάρχει ήδη. Η στάση της Τουρκίας σε αυτόν τον πόλεμο θα καθορισθεί μάλλον από την πολιτική του «μικρότερου κακού».

Από την άλλη η ευρωπαϊκή ελίτ θα ήθελε να βάλει στο παιχνίδι και την ελίτ του Ιράν. Προς το παρόν όμως οι Αμερικανοί ιθύνοντες δεν θέλουν να στηριχθούν στο Ιράν για μια λύση στο Λεβάντε, γιατί φοβούνται μην αποκτήσει πυρηνική δύναμη. Κάτι τέτοιο θα αναδείκνυε το Ιράν από κράτος «παρία» της «παγκόσμιας κοινότητας», σε καθοριστική δύναμη για την περιοχή, στον αντίποδα του χωροφύλακά της, του Ισραήλ. Γι αυτό και η προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια για μια συμφωνία παραίτησης του Ιράν από την απόκτηση της πυρηνικής βόμβας. Αν το πετύχουν αυτό μέχρι τον Νοέμβριο-εκλογές για το Κογκρέσο στις ΗΠΑ-τότε θα ανοίξει ο δρόμος, ώστε και οι ΗΠΑ μαζί με την Ευρώπη να μη θεωρεί πλέον το Ιράν σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο στην ευρύτερη περιοχή, γιατί τώρα από τις νέες εξελίξεις ο μεγαλύτερος εχθρός αναδεικνύεται το ισλαμικό κράτος.

Τι γίνεται όμως από τη μεριά της ιρανικής ελίτ και της εκκλησιαστικής νομενκλατούρας που βρίσκεται στην εξουσία μετά την επανάσταση του ιρανικού λαού κατά του Σάχη-του τότε τοποτηρητή της περιοχής για την διεθνή ελίτ; Μετά τόσα χρόνια εξουσίας το καθεστώς αντιμετωπίζει εσωτερικό πρόβλημα. Αμφισβητείται και στο εσωτερικό, εκτός από το εξωτερικό βέβαια. Σε αυτό έχει παίξει μεγάλο ρόλο η απομόνωση από τη Δύση και το διεθνές εμπάργκο που του έχει επιβληθεί. Δεν του μένει κάτι άλλο από το σπάσιμο αυτής της απομόνωσης. Το ζητά όχι μόνο η οικονομική ελίτ, αλλά και μια αναδυόμενη –αρκετά πολυπληθής-μεσαία τάξη που θέλει να ακολουθήσει το δυτικό μοντέλο κατανάλωσης και δε μπορεί λόγω του εμπάργκο. Και τα αποθέματα του Ιράν σε υδρογονάνθρακες είναι ακόμα τέτοια που μπορούν να εξασφαλίσουν μια βελτίωση της θέσης τους όσον αφορά στην κατανάλωση της παγκόσμιας πίτας. Το Ιράν διαθέτει σήμερα το 4ο μεγαλύτερο απόθεμα σε πετρέλαιο και το 2ο σε αέριο στον κόσμο. Θα μπορούσε λοιπόν να βελτιώσει τη θέση του ακολουθώντας το παράδειγμα της ρωσικής ελίτ, που από την εξαγωγή των υδρογονανθράκων της το έχει καταφέρει αυτό. Αρκεί να βρεθούν καλύτερες αγορές και καλύτερη τιμή, πράγμα που θα συμβεί αν καταργηθεί το διεθνές εμπάργκο τους(αυτό έχει οδηγήσει π.χ. να πέσει ο τζίρος από την εξαγωγή πετρελαίου του Ιράν από τα 118 δις. που ήταν πριν το εμπάργκο, στα 56 δις. δολ.). 

Υπάρχει όμως και ένα άλλο πρόβλημα εκτός από τις ποσότητες εξαγωγής και τις τιμές, που αντιμετωπίζει το καθεστώς από το διεθνές εμπάργκο: δεν υπάρχει εκμοντερνισμός της τεχνολογίας εξόρυξης. Για αυτό τον λόγο π.χ. το Ιράν χάνει στη διαδικασία εξόρυξης τόσο αέριο, όσο και το Αζερμπαϊζάν.  Έτσι η ιρανική ελίτ έχει αποφασίσει στην ουσία να ανοίξει την οικονομία του και να επιτρέψει σε ξένους επενδυτές να επενδύσουν στη νέα τεχνολογία εξόρυξης, ώστε να επανέλθει στους ηγεμονικούς παραγωγούς πετρελαίου και αερίου. Και επειδή αλλού το κόστος της εξόρυξης ανεβαίνει, λόγω του ότι τελειώνουν τα εύκολα στην πρόσβαση αποθέματα και υπάρχει η ανάγκη για εξόρυξη όλο και πιο δύσβατων αποθεμάτων, το Ιράν έχει ένα πλεονέκτημα για τους διεθνείς επενδυτές των καυσίμων. Είναι πολύ πιο χαμηλό το κόστος εξόρυξης, λόγω της εύκολης προσβασιμότητας των αποθεμάτων.

Είναι σίγουρο λοιπόν ότι θα προσελκύσει πολλούς τέτοιους επενδυτές της διεθνούς οικονομικής ελίτ, το άνοιγμα που πιθανόν θα κάνει το καθεστώς στο Ιράν. «Εμπρός να βγάλουμε και τα τελευταία φθηνά καύσιμα» θα είναι το κίνητρό τους, γιατί το νέο εμπάργκο των ΗΠΑ-Ευρώπης προς τη Ρωσία-λόγω Ουκρανίας- αφορά και στον ενεργειακό τομέα. Θα στραφούν επομένως προς το Ιράν και για τον λόγο ότι χάνουν τις δυνατότητες επένδυσης στα μεγάλα επίσης ακόμα φθηνά ρωσικά αποθέματα.

Μέσα από τη πιθανή συμφωνία για τα πυρηνικά, το «άνοιγμα» του καθεστώτος και την άρση του εμπάργκο, καθώς και του ρόλου που μπορεί να παίξει στην αντιμετώπιση του Ισλαμικού κράτους, η ιρανική ελίτ θα επιδιώξει τη βελτίωση της θέσης της στη παγκόσμια σκακιέρα. Θεωρεί σαν μεγάλο κίνδυνο για τον εαυτό της το ΙΣΙΣ, για αυτό και στηρίζει τους Κούρδους του Ιράκ και πιέζει την κυβέρνηση της Βαγδάτης από τη μια να ενσωματώσει και τους Σουνίτες του Ιράκ στους κόλπους της και από την άλλη να συνταχθεί μαζί με τους Κούρδους στο Αρμπίλ εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Η θέση της αυτή μπορεί να αποδειχθεί και σαν μεγάλο ατού στις διαπραγματεύσεις της με τη Δύση, γιατί η ένταξή της στο στρατόπεδο των αντιπάλων του ΙΣΙΣ είναι μάλλον αναγκαία και αναπόφευκτη για τους δυτικούς.

Και το Ισραήλ; Ποιά θα είναι η θέση της στρατιωτικοποιημένης αυτής κοινωνίας-δε μιλάμε εδώ απλώς για μια ελίτ που θεωρεί το εαυτό της υπεράνω των άλλων λαών της περιοχής, αλλά για τη συντριπτική πλειοφηφία των πολιτών της- στο νέο συσχετισμό δυνάμεων που αναπτύσσεται σιγά-σιγά στην περιοχή, στην οποία μέχρι τώρα της είχε ανατεθεί ο ρόλος του «χωροφύλακα» από τη διεθνή ελίτ; Καταρχήν το Ισραήλ θα ήθελε να καλοβλέπει το ΙΣΙΣ-όσο θα ήταν ανώδυνες οι εξελίξεις για το ίδιο-γιατί του δίνει επιχειρήματα ότι και οι δικοί του αντίπαλοι της Χαμάς, είναι το ίδιο δολοφόνοι όσο και του Ισλαμικού Κράτους. Από την άλλη εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για το ίδιο, το Ιράν και την πυρηνική του βόμβα.  Για αυτό και η σημερινή του κυβέρνηση προειδοποιεί τις ΗΠΑ να μη προσεγγίσει το Ιράν.  Αν όμως οι ΗΠΑ προσεγγίσουν πράγματι το Ιράν, τότε είναι σίγουρο ότι θα προσπαθήσουν ταυτόχρονα να προωθήσουν στο Ισραήλ σαν κυβέρνηση, τις δυνάμεις εκείνες της Ισραηλινής κοινωνίας που θα αποδεχθούν την ύπαρξη ανεξάρτητου Παλαιστινιακού Κράτους. Αυτό θα γίνει πιθανόν, αν γίνει αποδεκτή στον ΟΗΕ η κατηγορία κατά της σημερινής κυβέρνησης των «γερακιών» για εγκλήματα πολέμου κατά των Παλαιστινίων. Δεν είναι λοιπόν απίθανο η εμφάνιση του Ισλαμικού κράτους να βοηθήσει σε συμβατική για τη διεθνή ελίτ λύση και το χρόνιο παλαιστινιακό πρόβλημα που αντιμετώπιζε.

Κάπως έτσι εξελίσσονται τα πράγματα στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή της, στην οποία η διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που προωθούν η διεθνείς και οι τοπικές ελίτ δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι ντόπιοι λαοί και οι «από κάτω» της περιοχής βιώνουν τρομερές καταστάσεις με πολέμους, σφαγές, φτώχεια, προσφυγιά κ.λπ. από τα παιχνίδια των ντόπιων και διεθνών «από πάνω» και των καθεστώτων που τους έχουν επιβάλει. Και αυτό θα συνεχίζεται ώσπου να καταλάβουν οι «από κάτω» ότι δεν τους σώζει κανένας Ομπάμα ή Ερντογάν, αν δεν πάρουν το παιγνίδι στα χέρια ή τα πόδια τους, αυτοοργανώνοντας τις κοινότητές τους και στηριζόμενοι στους τοπικούς τους πόρους, που δεν θα πρέπει πια να τους πουλάνε φθηνά στις παγκόσμιες αγορές των «από πάνω». Έφθασαν σε εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις, γιατί οι παρεμβάσεις της διεθνούς ελίτ στην περιοχή είχαν και έχουν σαν στόχο την εκμετάλλευση των φθηνών πετροχημικών τους πόρων. Και επειδή όλη η ανθρωπότητα θεωρεί και χρησιμοποιεί τα πετροχημικά, σαν την κυρίαρχη πηγή ενέργειας και στην ουσία χρηματοδοτεί  τους προηγούμενους και τωρινούς πολέμους της παγκόσμιας οικονομο-πολιτικής ελίτ  στην περιοχή τους. Αλλά για αυτό το τελευταίο σε ένα επόμενο άρθρο.

Πηγή:  tvxs.gr

Το Ισλαμικό Κράτος αλλάζει το συσχετισμό δυνάμεων στην περιοχή, του Γιώργου Κολέμπα

Η τελευταία ελίτ της περιοχής που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο που αντιπροσωπεύει για αυτήν το «Ισλαμικό Κράτος» είναι η τουρκική. Μέχρι πρότινος, προτού το ΙΣΙΣ στραφεί κατά των άλλων ισλαμικών ομάδων στη Συρία και γίνει κυρίαρχη αντιπολιτευτική δύναμη στο καθεστώς του κόμματος Μπάαθ του Μπασάρ αλ Άσαντ και στη συνέχεια κάνει την επέλαση στο Ιράκ, ήταν από κείνες που το ενίσχυαν στον εμφύλιο της Συρίας, επειδή ακριβώς στρεφόταν κατά του καθεστώτος του Άσαντ, το οποίο ήθελε και ο Ερντογάν-ο κύριος εκφραστής της- να ανατρέψει, ώστε να αναβαθμίσει τη θέση του στα ισλαμικά κινήματα της Μ. Ανατολής.

Όμως όταν συνέλαβαν οι Τζιχαντιστές και Τούρκους αιχμαλώτους στην περιοχή, άρχισε να αλλάζει στάση απέναντί τους, ιδίως από όταν κυκλοφόρησαν στο διαδίκτυο τα βίντεο με τους αποκεφαλισμούς δυτικών από αυτούς. Ώσπου να πετύχει την απελευθέρωσή τους κράτησε μια «μετριοπαθή» στάση. Στη συνέχεια άρχισε να τους καταγγέλλει, μέσω του Νταβούτογλου, αλλά παρόλες τις πιέσεις από τους δυτικούς-Αμερικανούς και Ευρωπαίους-δεν συμμετείχε στους βομβαρδισμούς του ΙΣΙΣ στο Ιράκ και τη Συρία στη συνέχεια. Γιατί;
Είναι εξηγήσιμη η στάση της: α) Στο Ιράκ γιατί τα όποια αποτελέσματα των βομβαρδισμών ενίσχυσαν τους Κούρδους του Ιράκ, που δεν παύουν να είναι ίδιος λαός με τους Κούρδους της Τουρκίας, παρόλο που η πολιτική της εξουσιαστικής κάστας τους διαφέρει από την πολιτική του ΡΚΚ, του κόμματος των Κούρδων της Τουρκίας, που εδώ και πολλές δεκαετίες διεξάγει απελευθερωτικό αγώνα για τις κούρδικες περιοχές της Τουρκίας(ο ηγέτης του Οτσαλάν βρίσκεται ακόμα στις τούρκικες φυλακές, αν και το τελευταίο διάστημα το ΡΚΚ έχει κάνει ανακωχή).β) Στη Συρία για δύο βασικούς λόγους. Ο ένας είναι πάλι ο ίδιος, δηλαδή ότι θα ενισχυθούν οι Κούρδοι της Συρίας, των οποίων η βασική πολιτική οργάνωση είναι πιο κοντά πολιτικά με το ΡΚΚ της Τουρκίας και στον εμφύλιο της Συρίας πιο κοντά στο καθεστώς Ασαντ- το οποίο τους είχε παραχωρήσει μια σχετική αυτονομία- παρά στις ισλαμικές οργανώσεις. Ο άλλος γιατί αντικειμενικά οι βομβαρδισμοί των «προθύμων» ενάντια στο ΙΣΙΣ θα ενισχύσουν το καθεστώς Ασαντ. Γι αυτό διστάζει και στη χερσαία επέμβαση των τουρκικών δυνάμεων που έχουν συγκεντρωθεί στα σύνορα, παρόλο που πιέζεται όχι μόνο από τους Αμερικανούς, αλλά και από τους Κούρδους της Τουρκίας.  

Γενικά η τωρινή επέμβαση των Αμερικανών και της συμμαχίας τους από αέρος και η αυριανή πιθανή επέμβασή τους στο έδαφος, θα έχει σαν αποτέλεσμα την αναβάθμιση των Κούρδων σαν σύνολο στην περιοχή. Οι Κούρδοι του Ιράκ, της Συρίας και επομένως και της Τουρκίας είναι οι μόνοι που μπορούν να αντισταθούν στους Τζιχαντιστές και να τους αποτρέψουν από τον στόχο τους που είναι η δημιουργία του Ισλαμικού κράτους σε όλη την περιοχή του Λεβάντε. Η ελίτ της Τουρκίας τρέμει στη σκέψη ότι οι Κούρδοι μπορεί να αναδειχθούν οι νικητές της αναμέτρησης και ότι το μελλοντικό ανεξάρτητο κράτος τους μπορεί να είναι η εναλλακτική των δυτικών προς το Ισλαμικό Κράτος στην αντίστοιχη περιοχή.

Το ποιος θα έχει τον έλεγχο της περιοχής του παλιού Λεβάντε, λόγω των σημαντικών ακόμα εναπομεινάντων αποθεμάτων ορυκτών καυσίμων, είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για την αμερικάνικη και παγκόσμια ελίτ. Για αυτό και οι διαδοχικές πολεμικές επεμβάσεις της στο Ιράκ(πατέρας και υιός Μπους) κατά κύριο λόγο είχαν αυτό το σκοπό. Ο Σαντάμ είχε αρχίσει να ανεξαρτητοποιείται  από αυτόν τον ρόλο και να διαθέτει πετρέλαιο σε άλλα νομίσματα εκτός του δολαρίου(π.χ. στο νέο τότε ευρώ), άρα έπρεπε να ανατραπεί. Το καθεστώς όμως που εγκατέστησαν οι Αμερικάνοι προτού αποσυρθούν(Μαλίκι) δεν τους «βγήκε» και δεν κατόρθωσε να παίξει τον ρόλο του τοποτηρητή, λόγω των αξεπέραστων αντιθέσεων στο εσωτερικό του.

Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για το ότι το καθεστώς Άσαντ στη Συρία δεν συνεργαζόταν για τον έλεγχο της περιοχής, αποφάσισε η διεθνής ελίτ να το ανατρέψει. Σε αυτή της την επιλογή θεώρησε ότι οι αντιπολιτευτικές ισλαμικές ομάδες-όντας αντίπαλοι του καθεστώτος Άσαντ- ήταν και οι σύμμαχοί της. Έτσι εκτός από τις φιλελεύθερες-και φιλικά προς τη δύση-πολιτικές αντιπολιτευτικές ομάδες του συριακού εμφυλίου, ενίσχυσε με κάθε τρόπο και τις ισλαμικές.

‘Όμως μεταξύ των ισλαμιστών άρχισε να παίρνουν δεσπόζουσα θέση οι τζιχαντιστές, που σιγά-σιγά στηριζόμενοι στα όπλα της δυτικής «βοήθειας», της οικονομικής βοήθειας των απανταχού σουνιτών, καθώς και στην σωματική και πνευματική βοήθεια των στρατευμένων στη δύση διεθνών ισλαμιστών(γνώστες της νέας τεχνολογίας και των δυνατοτήτων της ηλεκτρονικής επικοινωνίας), επικράτησαν στο στρατόπεδο των αντιπάλων του Άσαντ.

Δεν της βγήκε λοιπόν της διεθνούς ελίτ(και αυτή τη φορά του νομπελίστα της ειρήνης Ομπάμα) και στη Συρία ο σχεδιασμός της, με τον οποίο ήλπιζε ότι θα αντικαθιστούσε τον «παρία» Ασαντ με ένα φιλικά προσκείμενο φιλελεύθερο καθεστώς. Και όχι μόνο αυτό. Το ΙΣΙΣ νοιώθοντας ότι έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε δεσπόζουσα δύναμη σε όλη την περιοχή και όχι μόνο στη Συρία, προήλασε και στο Ιράκ-έχοντας συμμάχους τις αντιπολιτευόμενες στην κυβέρνηση Μαλίκι ομάδες, κύρια σουνιτικές- και ανακήρυξε το ισλαμικό κράτος του Λεβάντε, όχι μόνο για να εφαρμόσει τον «ισλαμικό νόμο», αλλά και να διακηρύξει σαν βασικό εχθρό του Ισλάμ, για μια άλλη φορά -όπως και Αλκάιντα στο παρελθόν-τους Αμερικανούς και γενικά τους δυτικούς.

Δεν της μένει πια άλλη επιλογή παρά να ηγηθεί και πάλι ενός πολέμου «των σταυροφόρων» στην περιοχή, στην αρχή από τον αέρα με τους βομβαρδισμούς και αν χρειασθεί στη συνέχεια και στο έδαφος με κατάλληλες στρατιωτικές μονάδες. Εκτός από την προσπάθεια της εκ νέου δημιουργίας εξωτερικής συμμαχίας των «προθύμων» για την στρατιωτική επέμβαση-στην οποία προσπαθεί απεγνωσμένα να εντάξει και την Τουρκία, λόγω της εγγύτητάς της, αλλά και λόγω των δυνατοτήτων της σαν μέλος του ΝΑΤΟ-  προσπαθεί επίσης να δημιουργήσει και επί τόπου μια νέα συμμαχία από τις δυνάμεις της περιοχής.

Εδώ όμως υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις στις επί μέρους ελίτ. Η Αμερικάνικη και Ευρωπαϊκή ελίτ συμφωνούν ότι οι Κούρδοι που είναι διασπαρμένοι στο Ιράκ-Ιράν-Συρία-Τουρκία είναι η πιο σοβαρή δύναμη απέναντι στο Ισλαμικό Κράτος, όμως πιο κοντά στη δύση είναι οι Κούρδοι του Ιράκ. Η Τούρκικη ελίτ δε θέλει ούτε να ακούσει για αυτό, για τους λόγους που προαναφέραμε. Θα το δεχόταν μόνο αν είχε μια ουσιαστική διαβεβαίωση από τους Αμερικάνους και τους Ευρωπαίους ιθύνοντες, ότι το αποτέλεσμα της παρέμβασης δεν θα είναι ένα ανεξάρτητο Κουρδικό κράτος που θα ελέγχει την περιοχή. Μπορεί όμως να εμπιστευθεί μια τέτοια διαβεβαίωση; Ο Ερντογάν έχει δείξει ότι δεν πολυεμπιστεύεται τους δυτικούς. Μπορεί και πάλι να μην τους βγει ο σχεδιασμός τους, όπως δεν τους βγήκε και στο Ιράκ και στη Συρία. Μην ξεχνάμε εξάλλου ότι η τούρκικη ελίτ ενδιαφέρεται σφόδρα να γίνει αυτή ο ηγέτης όλης της Μ.Ανατολής –για αυτό και η σύγκρουσή της με την σιωνιστική ελίτ του Ισραήλ. Στα σχέδιά της αυτά δεν ταιριάζει ούτε ένας αναβαθμισμένος Άσαντ, ούτε ένα κουρδικό ανεξάρτητο κράτος, έστω και στο Ιράκ, που στην ουσία υπάρχει ήδη. Η στάση της Τουρκίας σε αυτόν τον πόλεμο θα καθορισθεί μάλλον από την πολιτική του «μικρότερου κακού».

Από την άλλη η ευρωπαϊκή ελίτ θα ήθελε να βάλει στο παιχνίδι και την ελίτ του Ιράν. Προς το παρόν όμως οι Αμερικανοί ιθύνοντες δεν θέλουν να στηριχθούν στο Ιράν για μια λύση στο Λεβάντε, γιατί φοβούνται μην αποκτήσει πυρηνική δύναμη. Κάτι τέτοιο θα αναδείκνυε το Ιράν από κράτος «παρία» της «παγκόσμιας κοινότητας», σε καθοριστική δύναμη για την περιοχή, στον αντίποδα του χωροφύλακά της, του Ισραήλ. Γι αυτό και η προσπάθεια όλα αυτά τα χρόνια για μια συμφωνία παραίτησης του Ιράν από την απόκτηση της πυρηνικής βόμβας. Αν το πετύχουν αυτό μέχρι τον Νοέμβριο-εκλογές για το Κογκρέσο στις ΗΠΑ-τότε θα ανοίξει ο δρόμος, ώστε και οι ΗΠΑ μαζί με την Ευρώπη να μη θεωρεί πλέον το Ιράν σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο στην ευρύτερη περιοχή, γιατί τώρα από τις νέες εξελίξεις ο μεγαλύτερος εχθρός αναδεικνύεται το ισλαμικό κράτος.

Τι γίνεται όμως από τη μεριά της ιρανικής ελίτ και της εκκλησιαστικής νομενκλατούρας που βρίσκεται στην εξουσία μετά την επανάσταση του ιρανικού λαού κατά του Σάχη-του τότε τοποτηρητή της περιοχής για την διεθνή ελίτ; Μετά τόσα χρόνια εξουσίας το καθεστώς αντιμετωπίζει εσωτερικό πρόβλημα. Αμφισβητείται και στο εσωτερικό, εκτός από το εξωτερικό βέβαια. Σε αυτό έχει παίξει μεγάλο ρόλο η απομόνωση από τη Δύση και το διεθνές εμπάργκο που του έχει επιβληθεί. Δεν του μένει κάτι άλλο από το σπάσιμο αυτής της απομόνωσης. Το ζητά όχι μόνο η οικονομική ελίτ, αλλά και μια αναδυόμενη –αρκετά πολυπληθής-μεσαία τάξη που θέλει να ακολουθήσει το δυτικό μοντέλο κατανάλωσης και δε μπορεί λόγω του εμπάργκο. Και τα αποθέματα του Ιράν σε υδρογονάνθρακες είναι ακόμα τέτοια που μπορούν να εξασφαλίσουν μια βελτίωση της θέσης τους όσον αφορά στην κατανάλωση της παγκόσμιας πίτας. Το Ιράν διαθέτει σήμερα το 4ο μεγαλύτερο απόθεμα σε πετρέλαιο και το 2ο σε αέριο στον κόσμο. Θα μπορούσε λοιπόν να βελτιώσει τη θέση του ακολουθώντας το παράδειγμα της ρωσικής ελίτ, που από την εξαγωγή των υδρογονανθράκων της το έχει καταφέρει αυτό. Αρκεί να βρεθούν καλύτερες αγορές και καλύτερη τιμή, πράγμα που θα συμβεί αν καταργηθεί το διεθνές εμπάργκο τους(αυτό έχει οδηγήσει π.χ. να πέσει ο τζίρος από την εξαγωγή πετρελαίου του Ιράν από τα 118 δις. που ήταν πριν το εμπάργκο, στα 56 δις. δολ.). 

Υπάρχει όμως και ένα άλλο πρόβλημα εκτός από τις ποσότητες εξαγωγής και τις τιμές, που αντιμετωπίζει το καθεστώς από το διεθνές εμπάργκο: δεν υπάρχει εκμοντερνισμός της τεχνολογίας εξόρυξης. Για αυτό τον λόγο π.χ. το Ιράν χάνει στη διαδικασία εξόρυξης τόσο αέριο, όσο και το Αζερμπαϊζάν.  Έτσι η ιρανική ελίτ έχει αποφασίσει στην ουσία να ανοίξει την οικονομία του και να επιτρέψει σε ξένους επενδυτές να επενδύσουν στη νέα τεχνολογία εξόρυξης, ώστε να επανέλθει στους ηγεμονικούς παραγωγούς πετρελαίου και αερίου. Και επειδή αλλού το κόστος της εξόρυξης ανεβαίνει, λόγω του ότι τελειώνουν τα εύκολα στην πρόσβαση αποθέματα και υπάρχει η ανάγκη για εξόρυξη όλο και πιο δύσβατων αποθεμάτων, το Ιράν έχει ένα πλεονέκτημα για τους διεθνείς επενδυτές των καυσίμων. Είναι πολύ πιο χαμηλό το κόστος εξόρυξης, λόγω της εύκολης προσβασιμότητας των αποθεμάτων.

Είναι σίγουρο λοιπόν ότι θα προσελκύσει πολλούς τέτοιους επενδυτές της διεθνούς οικονομικής ελίτ, το άνοιγμα που πιθανόν θα κάνει το καθεστώς στο Ιράν. «Εμπρός να βγάλουμε και τα τελευταία φθηνά καύσιμα» θα είναι το κίνητρό τους, γιατί το νέο εμπάργκο των ΗΠΑ-Ευρώπης προς τη Ρωσία-λόγω Ουκρανίας- αφορά και στον ενεργειακό τομέα. Θα στραφούν επομένως προς το Ιράν και για τον λόγο ότι χάνουν τις δυνατότητες επένδυσης στα μεγάλα επίσης ακόμα φθηνά ρωσικά αποθέματα.

Μέσα από τη πιθανή συμφωνία για τα πυρηνικά, το «άνοιγμα» του καθεστώτος και την άρση του εμπάργκο, καθώς και του ρόλου που μπορεί να παίξει στην αντιμετώπιση του Ισλαμικού κράτους, η ιρανική ελίτ θα επιδιώξει τη βελτίωση της θέσης της στη παγκόσμια σκακιέρα. Θεωρεί σαν μεγάλο κίνδυνο για τον εαυτό της το ΙΣΙΣ, για αυτό και στηρίζει τους Κούρδους του Ιράκ και πιέζει την κυβέρνηση της Βαγδάτης από τη μια να ενσωματώσει και τους Σουνίτες του Ιράκ στους κόλπους της και από την άλλη να συνταχθεί μαζί με τους Κούρδους στο Αρμπίλ εναντίον του Ισλαμικού Κράτους. Η θέση της αυτή μπορεί να αποδειχθεί και σαν μεγάλο ατού στις διαπραγματεύσεις της με τη Δύση, γιατί η ένταξή της στο στρατόπεδο των αντιπάλων του ΙΣΙΣ είναι μάλλον αναγκαία και αναπόφευκτη για τους δυτικούς.

Και το Ισραήλ; Ποιά θα είναι η θέση της στρατιωτικοποιημένης αυτής κοινωνίας-δε μιλάμε εδώ απλώς για μια ελίτ που θεωρεί το εαυτό της υπεράνω των άλλων λαών της περιοχής, αλλά για τη συντριπτική πλειοφηφία των πολιτών της- στο νέο συσχετισμό δυνάμεων που αναπτύσσεται σιγά-σιγά στην περιοχή, στην οποία μέχρι τώρα της είχε ανατεθεί ο ρόλος του «χωροφύλακα» από τη διεθνή ελίτ; Καταρχήν το Ισραήλ θα ήθελε να καλοβλέπει το ΙΣΙΣ-όσο θα ήταν ανώδυνες οι εξελίξεις για το ίδιο-γιατί του δίνει επιχειρήματα ότι και οι δικοί του αντίπαλοι της Χαμάς, είναι το ίδιο δολοφόνοι όσο και του Ισλαμικού Κράτους. Από την άλλη εξακολουθεί να αντιλαμβάνεται σαν τον μεγαλύτερο κίνδυνο για το ίδιο, το Ιράν και την πυρηνική του βόμβα.  Για αυτό και η σημερινή του κυβέρνηση προειδοποιεί τις ΗΠΑ να μη προσεγγίσει το Ιράν.  Αν όμως οι ΗΠΑ προσεγγίσουν πράγματι το Ιράν, τότε είναι σίγουρο ότι θα προσπαθήσουν ταυτόχρονα να προωθήσουν στο Ισραήλ σαν κυβέρνηση, τις δυνάμεις εκείνες της Ισραηλινής κοινωνίας που θα αποδεχθούν την ύπαρξη ανεξάρτητου Παλαιστινιακού Κράτους. Αυτό θα γίνει πιθανόν, αν γίνει αποδεκτή στον ΟΗΕ η κατηγορία κατά της σημερινής κυβέρνησης των «γερακιών» για εγκλήματα πολέμου κατά των Παλαιστινίων. Δεν είναι λοιπόν απίθανο η εμφάνιση του Ισλαμικού κράτους να βοηθήσει σε συμβατική για τη διεθνή ελίτ λύση και το χρόνιο παλαιστινιακό πρόβλημα που αντιμετώπιζε.

Κάπως έτσι εξελίσσονται τα πράγματα στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή της, στην οποία η διαδικασία της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης που προωθούν η διεθνείς και οι τοπικές ελίτ δεν έχει ολοκληρωθεί. Οι ντόπιοι λαοί και οι «από κάτω» της περιοχής βιώνουν τρομερές καταστάσεις με πολέμους, σφαγές, φτώχεια, προσφυγιά κ.λπ. από τα παιχνίδια των ντόπιων και διεθνών «από πάνω» και των καθεστώτων που τους έχουν επιβάλει. Και αυτό θα συνεχίζεται ώσπου να καταλάβουν οι «από κάτω» ότι δεν τους σώζει κανένας Ομπάμα ή Ερντογάν, αν δεν πάρουν το παιγνίδι στα χέρια ή τα πόδια τους, αυτοοργανώνοντας τις κοινότητές τους και στηριζόμενοι στους τοπικούς τους πόρους, που δεν θα πρέπει πια να τους πουλάνε φθηνά στις παγκόσμιες αγορές των «από πάνω». Έφθασαν σε εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις, γιατί οι παρεμβάσεις της διεθνούς ελίτ στην περιοχή είχαν και έχουν σαν στόχο την εκμετάλλευση των φθηνών πετροχημικών τους πόρων. Και επειδή όλη η ανθρωπότητα θεωρεί και χρησιμοποιεί τα πετροχημικά, σαν την κυρίαρχη πηγή ενέργειας και στην ουσία χρηματοδοτεί  τους προηγούμενους και τωρινούς πολέμους της παγκόσμιας οικονομο-πολιτικής ελίτ  στην περιοχή τους. Αλλά για αυτό το τελευταίο σε ένα επόμενο άρθρο.

Πηγή:  tvxs.gr